Η σπάνια τύχη μας

Η σπάνια τύχη μας

Έπινα τον καφέ μου τις προάλλες κι ενώ ξεφύλλιζα τις σαββατιάτικες εφημερίδες άκουγα άθελά μου τη συζήτηση στο διπλανό τραπέζι: το είχε καταλάβει μια από εκείνες τις παρέες που θεωρούν ότι οι υπόλοιποι υπάρχουν ως κοινό της ακατάσχετης φλυαρίας τους – ίσως να περίμεναν να χειροκροτήσουμε και κάμποσες από τις κορώνες, που αποκαλούσαν συζήτηση. Στην ερώτηση «τι θα κάνετε το Πάσχα;» η μια από τις κυρίες του τραπεζιού είχε απαντήσει «τίποτα, θα πάμε στο σπίτι στο χωρίο». Δεν συγκράτησα το όνομα του χωριού, πέρασαν μέρες, συγκράτησα, όμως, όλη την απέχθεια που περιείχε η απάντηση – την απέχθεια για την επιλογή και το χωριό. Μια απέχθεια αδικαιολόγητη και ακατανόητη, που θα πρεπε να είναι λόγος για να υπογράψει η χώρα καμιά δεκαριά μνημόνια ακόμα – όσα χρειάζονται για να καταλάβουν οι κάθε λογής κύριοι και κυρίες πόσο σπάνια τύχη είναι ένα σπίτι στο χωριό.

Τα μεγάλα δράματα

Φέτος το πρώτο Πάσχα με την ανιψιά το περνάω στην Αθήνα. Δεν γκρινιάζω γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Οι γονείς δεν μπορούσαν να πάρουν τη νεογέννητη και να φύγουν για τα βουνά, η γιαγιά έπρεπε να μείνει για να οργανώσει τα καθέκαστα (μαγειρίτσες, αυγά, πίτες ψητά και ό,τι άλλο προβλέπει η ημερήσια διάταξη τελούν υπό την επιστασία της…). Χωρίς τους δικούς μου δεν μπορούσα να φύγω κι εγώ, αφού ειδικά το Πάσχα θέλω να το περνάω μαζί τους- τα Χριστούγεννα και οι Πρωτοχρονιές είναι λιγότερο οικογενειακά, άλλοι πιστεύουν το αντίθετο. Κάπως έτσι βρέθηκα να κάνω το πρώτο μου Πάσχα στην Αθήνα και να βγαίνω από τα ρούχα μου, ακούγοντας τις κυρίες να εκφράζουν την απέχθειά τους, που η ζωή τα ‘φερε έτσι άσχημα, και τις καταδίκασε να έχουν μόνο ένα εξοχικό στο χωριό τους και όχι τέσσερα – πέντε ώστε να μπορούν να διαλέξουν που θα πάνε κάθε φορά: μιλάμε για δράμα. Δεν περνάω Πάσχα μόνο στο χωριό μου, έχω περάσει κι αλλού, αλλά όπου κι αν βρέθηκα τέτοιες μέρες το Πήλιο μου λείπει.

Το Πάσχα θέλει φασαρία

Το Πάσχα θέλει εξοχή και κόσμο και φασαρία, καλή μεγάλη φασαρία. Δεν είναι η Μεγάλη Παρασκευή και η Ανάσταση και η λαμπρή του Κυριακή το μυστικό: είναι η διάθεση των ανθρώπων να απλοποιήσουν για τρεις – τέσσερις μέρες τις συνήθειες τους, ξαναβρίσκοντας απλές χαμένες προτεραιότητες κι αυτό μπορεί να το κάνει ο καθένας ευκολότερα στο χωριό του – μην πω μόνο στο χωριό του. Αν χωριό δεν έχεις, οφείλεις να βρεις ένα, να το υιοθετήσεις και να σε υιοθετήσει, να πηγαίνεις δηλαδή εκεί σε πρώτη ευκαιρία, να γνωρίσεις τους ανθρώπους του, να το μάθεις, να το χαίρεσαι και να περνάς πάντα εκεί το Πάσχα ξαναβρίσκοντας για λίγο έστω τους χαμένους αργούς ρυθμούς, που για κάθε άνθρωπο είναι απαραίτητοι. Το Πάσχα στο χωριό κυλάει, στις πόλεις έρχεται σαν Τσίρκο που τρέχεις να παρακολουθήσεις. Τρέχεις και για αυτό, όπως τρέχεις για ένα σωρό άλλα κάθε μέρα.

Το κέντρο της ζωής

Λυπάμαι τους ανθρώπους που δεν έχουν χωριά και ακόμα περισσότερο αυτούς που έχουν και δεν τα αγαπάνε όσο πρέπει. Μόνο στο χωριό ο χρόνος έχει την πρέπουσα ροή και δεν είναι καταπιεστικός και κουραστικός: καταλαβαίνεις, όχι μόνο τις εποχές, αλλά και την ίδια τη ζωή της κάθε μέρας – το πρωί είναι αργόσυρτο, το μεσημέρι λαμπερό η μουτζούφλικο, το σούρουπο σε ηρεμεί και η νύχτα σε ξεκουράζει. Μόνο στο χωριό όλα τα ζητήματα της καθημερινότητας αποκτούν την πραγματική τους διάσταση: στο κέντρο της ζωής είναι οι άνθρωποι και οι απλές τους περιπέτειες – η ζωή τρέχει πίσω σου και μπορείς να την αφηγείσαι, χωρίς να την κυνηγάς με άγχος. Οι άνθρωποι γνωρίζονται με ό,τι αυτό συνεπάγεται – δεν είναι όλοι φίλοι, αρκεί που είναι μεταξύ τους γνωστοί, ενίοτε για να αποφεύγει κι ο ένας τον άλλο, κάποιος λόγος θα υπάρχει. Κυρίως συζητάνε για όλους και όλα, μετά λόγου γνώσεως, που λέει και το γνωστό κλισέ. Και η εμπειρία τους γίνεται συχνά θεωρία, συνταγή, συμβουλή, ευχή ή κατάρα. Όλα αυτά τα απλά και ανθρώπινα τα συναντάς όταν πηγαίνεις στο χωριό σου το Πάσχα γιατί το βρίσκεις συνήθως σε μια κατάσταση εορταστική: στην ύπαιθρο οι γιορτές δεν γίνονται αφορμή για να βάλουν οι άνθρωποι τα καλά τους και να κρυφτούν παριστάνοντας κάτι άλλο από αυτό που είναι, αλλά αντιθέτως επιτρέπουν το ακριβώς αντίθετο – δηλαδή να πηγαίνει στην άκρη κάθε υποκριτικός καθωσπρεπισμός. Θα πιείς ένα τσίπουρο ή ένα κρασί παραπάνω, θα γελάς με την καρδιά σου, θα μάθεις νέα, καλά ή άσχημα, αλλά πάντα με πολλές λεπτομέρειες. Θα περπατήσεις υποχρεωτικά, θα γκρινιάξεις για κάτι ασήμαντο, αλλά δύσκολα θα θυμώσεις, θα ξυπνήσεις από τη φασαρία του σπιτιού κι όχι από το ξυπνητήρι, θα ακούς τις καμπάνες. Όλα πιθανότατα τα χεις κάνει πολλές φορές το Πάσχα, αλλά είναι αυτή η επανάληψη που ψάχνεις ελπίζοντας πως στη δική σου μέρα της πασχαλινής Μαρμότας υπάρχει πάντα λίγη ανεμελιά, λίγη ξενοιασιά και μεγάλη ξεκούραση. Γιατί Πάσχα είναι.

Καλό Πάσχα στους τυχερούς

Και στην Αθήνα συμβαίνουν ωραία πράγματα το Πάσχα. Χθες η περιφορά του Επιταφίου στη Νέα Σμύρνη έγινε από μια εντυπωσιακή λαοθάλασσα – ένα ποτάμι από κόσμο κατέβαινε την Αγίας Φωτεινής κάνοντας μια διαδήλωση πίστης: είναι θεαματικό να το βλέπεις. Αλλα μου λείπει φέτος πολύ η Ζαγορά μου. Τα πλατάνια της και η υγρασία της. Η σιγουριά ότι όταν πατάω το χώμα της, αυτό με φορτίζει. Ο καφές το πρωί, ενώ ακούγονται μόνο σκόρπιες κουβέντες. Μια βόλτα στο άδειο συνήθως Χορευτό. Η αίσθηση ότι υπάρχει ένα μεγάλο απουσιολόγιο στο οποίο κάποιος σημειώνει ποιοι ήρθαν και ποιοι λείπουν. Η συνάντηση των Επιταφίων. Οι πυροβολισμοί που πέφτουν την Κυριακή το πρωί στον αέρα, ενώ οι σούβλες αναστενάζουν. Οι κουβέντες για το πώς πέρασε ο χειμώνας. Το τσούρμο από φίλους που κάνουν σχέδια για το που θα πάμε αύριο, γνωρίζοντας ότι μάλλον δεν θα πάμε πουθενά. Τα ποτά στην κυρία Κατερίνα το βράδυ. Η ψυχοθεραπεία της ανάλυσης της πραγματικότητας με όσα τσίπουρα αντέχει ο καθένας μεσημεριάτικα. Μου λένε καμιά φορά ότι δεν γράφω και δεν μιλάω όσο θα πρεπε για το χωριό μου. Ναι, γιατί το αγαπάω και η αγάπη είναι ζωή – δεν σηκώνει κουβέντες. Στους φίλους που με περίμεναν λέω ότι στα ίδια μέρη θα ξαναβρεθούμε. Και ότι αν για κάτι πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό είναι γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να γιορτάζουμε στα χωριά μας. Αυτά είναι η σπάνια τύχη μας.