Inferno, η προδοσία του Νταν Μπράουν

 Inferno, η προδοσία του Νταν Μπράουν

Σύμφωνα με ένα κλισέ «τα μέτρια μόνο βιβλία γίνονται καλές ταινίες, και τα σπουδαία βιβλία είναι καλύτερο να μην τα αγγίζει κανείς, αφού και η καλύτερη ταινία είναι δύσκολο να συγκριθεί με ένα βιβλίο». Νομίζω ο πρώτος που αυτό το λάνσαρε ως άποψη είναι ο Φρανσουά Τρυφώ στη μεγάλη του συζήτηση με τον Αλφρεντ Χίτσκοκ, που είχε την καλή συνήθεια ν αγοράζει μυθιστορήματα και να τα μεταφέρει στην μεγάλή οθόνη – η παρατήρηση είχε γίνει, όταν οι δυο τους έφτασαν να μιλήσουν για το «Ψυχώ», που πριν γίνει κινηματογραφικό αριστούργημα υπήρξε ένα μετριότατο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Μπλόχ. Όπως τα περισσότερα κλισέ έτσι κι αυτό είναι κοινώς αποδεκτό χωρίς αξιωματικά να ισχύει: είδαμε τα τελευταία χρόνια σπουδαία μυθιστορήματα να μεταφέρονται εξαιρετικά στο σινεμά – η τριλογία του «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών» πιστεύω θα ενθουσίαζε και το μακαρίτη τον Τόλκιν, ενώ και τα βιβλία του Λε Καρέ πχ, όταν πέφτουν στα χέρια άξιων παραγωγών και σκηνοθετών έχουν γίνει η βάση για ταινίες εξαιρετικές. Το  «Ο Επίμονος Κηπουρός», το «Ο κλήρος έπεσε στο Σμάιλι», το «Ο Ράφτης του Παναμα» είναι ωραία βιβλία που έγιναν και πολύ καλές ταινίες.

Στο τέλος νικάνε οι Τρώες

Αν η παρατήρηση του Τρυφώ είχε αξιωματική ισχύ τα βιβλία του Νταν Μπράουν, που λογοτεχνικά είναι μάλλον μέτρια, θα έπρεπε να γίνονται εξαιρετικές ταινίες, αφού και ο σκηνοθέτης Ρον Χάουαρντ είναι ένας ικανός αφηγητής και ο Τομ Χάνκς, που δίνει σάρκα και οστά στον κεντρικό ήρωα στον καθηγητή Λάγκτον, είναι ένας εξαιρετικός ηθοποιός. Κι όμως κανένα από τα τρία βιβλία που έγιναν ταινίες δεν πλησιάζει κάποιο από τα βιβλία – το «Inferno», που παίζεται στις αίθουσες και κάνει και καλά εισιτήρια, μπορεί να είναι και η χειρότερη μεταφορά βιβλίου του Νταν Μπράουν γιατί προδίδει τελικά και το ίδιο το βιβλίο: τηρουμένων των αναλογιών θα ήταν σαν κάποιος να γύριζε ταινία την Ιλιάδα και στο τέλος να νικούσαν οι Τρώες.

Τέσσερις γραμμές πλοκή

Είχα απογοητευτεί με τη μεταφορά των Ιilluminati – κυρίως γιατί η ταινία δεν είχε τη συνομωσιολογική γοητεία του βιβλίου: παρεμπιπτόντως από τις τρεις ταινίες που βασίστηκαν στα βιβλία του Μπράουν αυτή είναι μάλλον η καλύτερη – ίσως γιατί υπάρχει πολύ ωραία Ρώμη. Στον «Κώδικα Ντα Βίντσι» είχα πεθάνει από πλήξη: κοιτούσα το ρολόι μου πιο πολύ και από την οθόνη, ενώ κάποτε το βιβλίο δεν το άφηνα από τα χέρια μου. Στο «Inferno» νόμιζα κάποια στιγμή ότι παρακολουθώ κάποιο σποτ του ιταλικού οργανισμού τουρισμού με θέμα «επισκεφτείτε τη Φλωρεντία»: επειδή έχω πάει κάμποσες φορές πρέπει να πω ότι έχει αξιοθέατα πιο όμορφα από αυτά που βλέπουμε στην ταινία. Πολλοί λένε ότι δεν πρέπει να συγκρίνουμε τις ταινίες με τα βιβλία: άδικο πολύ δεν έχουν, αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν γίνεται να μην το κάνεις γιατί οι ταινίες αυτές δεν θα υπήρχαν χωρίς τα βιβλία και ίσως αυτό είναι το κακό. Ο Χάουαρντ τις αφηγείται σε ένα κοινό που συνήθως γνωρίζει τι ακριβώς τα βιβλία πραγματεύονται. Ετσι ο σκηνοθέτης αδιαφορεί για τους χαρακτήρες (που είναι στο κοινό γνωστοί) εστιάζοντας στην πλοκή τους: μόνο που τα βιβλία πλοκή δεν έχουν. Αν αφαιρέσεις τις παρατηρήσεις του Νταν Μπράουν, αν μικρύνεις τους διαλόγους για τα έργα Τέχνης, τις αποκρυπτογραφήσεις και τις εξηγήσεις για την σημασία τους, αν δεν μπορέσεις να προτρέψεις αυτόν που σε παρακολουθεί να ψάξει να βρει τι από όλα αυτά που αφηγείσαι ισχύει και τι είναι μυθιστορηματική υπερβολή, αυτό που μένει είναι πραγματικά πολύ λίγο. Στα βιβλία του Νταν Μπράουν η πλοκή είναι τέσσερις γραμμές: και πολλές λέω. «Ο καθηγητής Λάγκτον, με τη βοήθεια μιας ωραίας γκόμενας που είναι και η ίδια καθηγήτρια ή κάτι ανάλογο, προσπαθούν να αποτρέψουν μια καταστροφή, ενώ κάποιοι κακοί τους κυνηγάνε σε κάποιες ωραίες ευρωπαϊκές πόλεις» - στο τέλος ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν είναι τυχαία σουξέ

Τα βιβλία του Νταν Μπράουν, που όλα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, μπορεί να μην έχουν λογοτεχνική φρεσκάδα ή πρωτοτυπία, είναι όμως χρήσιμα και διασκεδαστικά – και για αυτό γίνονται παγκόσμια σουξέ: δεν είναι τυχαίο. Ο Νταν Μπράουν είναι ένας καταπληκτικός παρατηρητής, ένας μεγάλος βιβλιοφάγος (και για αυτό και λίγο κλέφτης), αλλά κι ένας εξαιρετικός συνωμοσιολόγος με το χάρισμα να δημιουργεί ίντριγκες βασισμένος σε έργα Τέχνης. Σχεδόν κάθε βιβλίο του σε αναγκάζει να ψάξεις τι από όσα αναφέρει έχει βάση: ο Νταν Μπράουν σε συνοδεύει στο Ντουόμο, στο Βατικανό, στο Λούβρο, στη Γκαλερία Ντεϊ Μέντιτσι – κάδρα, γλυπτά κι άλλα εκθέματα, αν έχεις διαβάσει τα βιβλία του, αποκτούν ξαφνικά διαφορετική ιστορία – ο «Μυστικός Δείπνος» του Ντα Βίντσι απέκτησε μυστηριακό χαρακτήρα χάρη σε μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση πάνω στην οποία ο ίδιος ο Νταν Μπράουν οικοδόμησε εξωφρενικές ιστορίες. Οσο κι αν είναι αλήθεια ότι την παρατήρηση την έκαναν πριν από αυτόν μερικοί άλλοι λιγότερο διάσημοι, πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτός ανέδειξε το θέμα καλύτερα: το ίδιο κάνει και στο «Inferno» με άλλα λιγότερο γνωστά έργα Τέχνης. Ο Νταν Μπράουν πουλάει γιατί τα παραμύθια που διηγείται έχουν την αληθοφάνεια που κάθε καλός ψεύτης χρησιμοποιεί για να σε πείσει: η πλοκή των ιστοριών είναι δευτερεύουσα – μετρά η λεπτομέρεια και όχι το γεγονός. Είναι ο καλύτερος ίσως εκπρόσωπος της αμερικάνικης σχολής, που ισχυρίζεται πως όταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία ενός μυθιστορήματος είναι ενδιαφέρον, ακόμα και η ίδια η ιστορία δεν χρειάζεται να προβληματίζει. Μόνο που είναι δύσκολο να κάνεις καλό αμερικάνικο σινεμά χωρίς καλές ιστορίες, πόσο μάλλον όταν ως σεναριογράφο οι παρατηρήσεις του Νταν Μπράουν δεν σε απασχολούν και πολύ, αφού θες να αποφύγεις το πολύ μπλά μπλά που εύκολα δημιουργεί πλήξη. Χωρίς το μπλά μπλά του παραμυθά Νταν Μπράουν ωστόσο δεν θα υπήρχαν ποτέ τα βιβλία: αυτό οι ταινίες του Χάουαρντ το ξεχνούν κι (αυτό)καταδικάζονται στη λήθη. Δεν είναι τυχαίο ότι ενώ οι πιο πολλοί που διαβάζουν τα βιβλία του αμερικάνου ψάχνουν αμέσως να δουν τι είναι αλήθεια, οι πιο πολλοί από αυτούς που βλέπουν τις ταινίες χωρίς να χουν διαβάσει τα βιβλία, δεν διαβάζουν ούτε καν τα βιβλία!

Ένα καρτ ποστάλ

Τι απομένει; Τίποτα: ούτε καν δυο ώρες ψυχαγωγίας. Οι αμερικάνοι θεατές χαίρονται βέβαια γιατί οι ταινίες αυτές, όταν γυρίζονται σε φυσικούς χώρους, τους δίνουν μια καρτποσταλική εικόνα ευρωπαϊκών πόλεων που δύσκολα θα επισκεφτούν – νομίζω ισχύει και για τους συντελεστές της ταινίας: τα κομμάτια στη Φλωρεντία είναι τα πιο τουριστικά και όλοι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χάουαρντ δεν γύρισε το «Χαμένο Σύμβουλο» - η Ουάσιγκτον δεν είναι αντίστοιχα σπουδαίος τουριστικός προορισμός και έχει υπερκινηματογραφηθεί. Ο Τομ Χάνκς, που παίζει ένα καθηγητή Λάγκτον που στο ξεκίνημα έχει πάθει αμνησία, έχει ανάγκη κι ο ίδιος από κάτι αντίστοιχο: πρέπει να ξεχάσει γρήγορα τη συμμετοχή του σε αυτή την πολυδάπανη αρπαχτή – οι υπόλοιποι ηθοποιοί απλά βαριούνται λιγότερο. Κι ο Νταν Μπράουν πρέπει να μας δώσει γρήγορα κάτι καινούργιο: χρειαζόμαστε τα μυστικά του κόσμου, γιατί τα δικά μας μυστικά είναι μάλλον ασήμαντα…