Κάποτε ο Μαραντόνα...

Κάποτε ο Μαραντόνα...

Χωρίς να κάνουν εντυπωσιακά πράγματα οι Ρώσοι στην πρεμιέρα ήταν καλύτεροι από αυτό που περίμενα κι ας έχασαν τον Τζαγκόεφ στο μισάωρο. Δεν είχαν νίκη σε όλο το διάστημα της προετοιμασίας κι έβαλαν πέντε γκολ στο πρώτο ματς – το ένα πιο όμορφο από το άλλο. Έδειξαν ότι έχουν και τρεις, τέσσερις καλούς παίκτες: ο Γκολόβιν και ο Τσερίσεφ, που είναι ποδοσφαιρικά Ισπανός, αφού στις Ακαδημίες της Ρεάλ Μαδρίτης ανδρώθηκε, έκαναν τη διαφορά. Βέβαια ας είμαστε προσεχτικοί στις κρίσεις μας γιατί τη διαφορά ίσως την έκανε το ραμαζάνι, το οποίοι οι Σαουδάραβες φανατικά τηρούν. Τελείωσε χθες και σίγουρα δεν έχει επιτρέψει στους προπονητές, που έχουν πολλούς μουσουλμάνους να προετοιμάσουν τις ομάδες τους, όπως θέλουν: στο Κίεβο μου λέγανε ότι ο Σαλάχ στο πρωϊνό δεν έπινε ούτε νερό. Όπως και να χει το πράγμα, η «πεντάρα» θα ζεστάνει τους παγωμένους διοργανωτές. Κάθε μουντιάλ χρειάζεται μια διοργανώτρια με στόχο την διάκριση: είναι κι αυτό ένα από τα μυστικά της επιτυχίας. Η διοργανώτρια πρέπει να μπορεί να σου δώσει τη δυνατότητα να ζήσεις ή ένα πανηγύρι που συνεχώς μεγαλώνει ή ένα εθνικό δράμα. Εχω ζήσει δυο εθνικά δράματα που θα μου μείνουν αξέχαστα βλέποντας από κοντά τι έπαθαν οι διοργανωτές: έζησα ως ποδοσφαιρόφιλος και όχι ως επαγγελματίας το μουντιάλ της Ιταλίας το ‘ 90 και ως περιηγητής, περισσότερο και από αθλητικογράφος, το μουντιάλ της Βραζιλίας τέσσερα χρόνια πριν.

Τους τρέλανε κανονικά

Το μουντιάλ της Ιταλίας άφησε πίσω του την μεγάλη ιστορία του Μαραντόνα που απέκλεισε τη γηπεδούχο και έπαιξε κι έχασε τον τελικό από τους Γερμανούς. Ολοι θυμούνται ένα μύθο, που έχτισε ο χρόνος, δηλαδή ότι ο Ντιέγκο είχε στον ημιτελικό την υποστήριξη των οπαδών του στη Νάπολι: δεν είναι αλήθεια, αλλά ας μη επιτρέπουμε στις μικρές λεπτομέρειες να χαλάνε ωραίες ιστορίες. Οι Ναπολιτάνοι απλώς δεν τον αποδοκίμασαν, δεν σφύριζαν στον εθνικό ύμνο της Αργεντινής και είναι αλήθεια πως κάποιοι λίγοι πανηγύρισαν στο γκολ του – κατα τα άλλα απλά ένα μέρος του γηπέδου στο τέλος τον χειροκρότησε.

Κατά τη γνώμη μου δεν ήταν τόσο το ματς αυτό το μεγάλο κατόρθωμα του Μαραντόνα, όσο το πώς είχε καταφέρει να δημιουργήσει στους Ιταλούς τεράστιο άγχος με μια σειρά από πράγματα που είχε κάνει από την αρχή του τουρνουά. Ο Μαραντόνα πρόβλεπε ότι θα παίξει και να κερδίσει τους Ιταλούς από την αρχή – λέγοντας τους ότι έχουν να διαλέξουν ή να χάσουν στον ημιτελικό ή να χάσουν στον τελικό! Εκανε κριτική στον κακόμοιρο Αντζέλιο Βιτσίνι για τις επιλογές του, κατηγορώντας τον για ρατσισμό γιατί δεν χρησιμοποιούσε ως βασικούς τους παίκτες της Νάπολι, μιλούσε για το κόστος του μουντιάλ κατηγορώντας την οργανωτική επιτροπή για σπατάλες, έλεγε ότι όλα είναι στημένα για να παίξουν στον τελικό οι Ιταλοί, έκανε ακόμα και κριτική διαιτησίας μετά το ματς της Ιταλίας με τους Αμερικάνους και είχε πει ότι δεν θα δει τα άλλα ματς για να μην εκνευριστεί με τους ρέφερι! Στην πραγματικότητα έπαιξε με τα νεύρα όλων και οδήγησε μια χώρα στην υστερία – κορόιδευε ακόμα και την επιλογή της τραγουδίστριας που είπε το τραγούδι της διοργάνωσης. Ελεγε ότι η Τζιάνα Νανίνι είναι η πιο άσχημη Ιταλίδα και ότι είναι γνωστό πως τα τραγούδια της προκαλούν γρουσουζιά. Ιστορικό έμεινε φυσικά το διάγγελμά του προς τους Ναπολιτάνους την παραμονή του ημιτελικού: «Σας παρακαλάνε να είσαστε με την Ιταλία αύριο γιατί μόνο για μέρα θα σας θεωρούν Ιταλούς. Τις υπόλοιπες μέρες θα σας βλέπουν πάλι σαν ξένους. Εγώ θεωρώ αυτή την πόλη πατρίδα μου, πιο πολύ από τον πρωθυπουργό της χώρας»! Είχε γίνει χαμός.

Ο καλός Τοτό και ο κακός Βιάλι  

Ο κόσμος θυμάται εκείνο το μουντιάλ (και) για τα γουρλωμένα μάτια του Τοτό Σκιλάτσι, που ήρθε σαν κομήτης από τον πάγκο κι έβαλε όλα τα κρίσιμα γκολ των Ιταλών. Ο Σκιλάτσι τρελάθηκε από εκείνη την ξαφνική δημοσιότητα – το ίδιο και η γυναίκα του που μετά το μουντιάλ γυρνούσε την Ιταλία κι έπαιρνε χρήματα για να τρώσει σε εστιατόρια και να μιλάει με τον κόσμο για τον άντρα της! Ο Τοτό, ένα χρόνο αργότερα, απείλησε ένα ποδοσφαιριστή της Μπολόνια ότι θα βάλει να τον πυροβολήσουν, γιατί τόλμησε να του κάνει ένα φάουλ: ήταν αδύνατο να διαχειριστεί την δημοσιότητα. Όμως εγώ θυμάμαι εκείνο το μουντιάλ κυρίως για τα όσα (δεν) έκανε ο Τζιανλούκα Βιάλι, που ήταν ο αναμενόμενος σταρ των Ιταλών. Διαλυμένος από το άγχος, έχασε τη θέση του, υπέφερε το γεγονός ότι τα media είχαν την προσοχή τους στο Σκιλάτσι και στο νεαρό εκκολαπτόμενο σταρ Ρομπέρτο Μπάτζιο κι απαίτησε από τον Βιτσίνι να τον χρησιμοποιήσει ως βασικό στο ματς με την Αργεντινή, απειλώντας ότι θα φύγει από το ξενοδοχείο. Είχε μάλιστα δηλώσει και ως Τζον Ράμπο ότι «όταν τα πράγματα γίνουν σκληρά, είναι η ώρα των σκληρών». Μετά το μουντιάλ τον έδιωξαν από την Εθνική και τέσσερα χρόνια αργότερα, επειδή δεν ήταν στην αποστολή της Ιταλίας στις ΗΠΑ, έκανε το σχολιαστή στην τηλεόραση κοροϊδεύοντας τους πάντες: μιλάμε για ένα Θεό.

Ο τρόμος των Βραζιλιάνων

Από την περιήγηση στη Βραζιλία μου έμεινε κάτι που αληθινά δεν περίμενα να συναντήσω: ο τρόμος των Βραζιλιάνων για το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Οι Βραζιλιάνοι έζησαν το μουντιάλ που διοργάνωσαν κουβαλώντας από την αρχή τη βεβαιότητα της αποτυχίας: όσο πιο πολύ προχωρούσαν τόσο πιο πολύ φοβόντουσαν. Η χώρα είχε δυο Θεούς: τον Γκαρίντσα, τον Θεό των ηλικιωμένων, και τον Ρονάλντο, τον Θεό των μικρότερων – όλοι τους έψαχναν.

Στην Ευρώπη πιστεύουμε πως οι Βραζιλιάνοι έπαιξαν τρομερή μπάλα το 1982 ή το 1986 κι αποκλείστηκαν άδικα κτλ. Οι Βραζιλιάνοι θεωρούν ότι εκείνες οι ομάδες τους ήταν αφελείς, γιατί ο κάθε παίκτης έκανε ό,τι ήθελε. Αγαπούν το Ζίκο, αλλά προτιμούν τον Ροναλντίνιο γιατί έχει παίξει στην Ευρώπη. Κυρίως δεν γνωρίζουν τους τωρινούς παίκτες της Εθνικής τους: ο Νεϊμάρ είναι η εξαίρεση στον κανόνα. Μας ρωτούσαν αν είναι καλός παίκτης ο Νταβίντ Λουίς, τι κάνει στην Ευρώπη ο Τιάγκο Σίλβα, γιατί πληρώθηκαν τόσα χρήματα για τον Χουλκ κτλ. Μετά την επτάρα από την Γερμανία, το Rete Globo, που νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος τηλεοπτικός σταθμός της χώρας, έκανε μια δημοσκόπηση για το ποιος πρέπει να αναλάβει προπονητής στη Σελεσάο: ο Μουρίνιο πήρε 85%! Οι Βραζιλιάνοι παρακολουθούν το Τσάμπιονς λιγκ πιο πολύ από το χάος των δικών τους πρωταθλημάτων.

Στο τέλος μεγαλύτερος εφιάλτης τους και από τους Γερμανούς είχαν γίνει οι Αργεντίνοι που κατέκλεισαν το Ρίο τραγουδώντας ότι δεν υπάρχει Πελέ μπροστά στο Μαραντόνα κτλ. Η εικόνα αυτή άξιζε από μόνη της το ταξίδι στη Βραζιλία: οι Αργεντίνοι ήταν ένας ανοργάνωτος στρατός φτωχοδιάβολων, που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί. Εμοιαζαν σαν να δραπέτευσαν από τη δεκαετία του ’80: είχαν αφάνες, φορούσαν παπούτσια πάνινα και φανέλες φθαρμένες απο το χρόνο, που η Εθνική Αργεντινής φορούσε τρεις τέσσερις διοργανώσεις πριν - καμία σχέση με τους Βραζιλιάνους που πήγαιναν στο γήπεδο σαν φιγουρίνια. Πίνανε όλη μέρα και τραγουδούσαν, κοιμόντουσαν και κατουρούσαν στα πάρκα και στις παραλίες του Ριο, έκαναν δυο μέρες μικροφασαρίες παίζοντας ξύλο ακόμα και μεταξύ τους, κλέβανε τα πάντα! Δεν ήταν χούλιγκανς, αλλά ένα απερίγραπτο αληταριό, που προκαλούσε τους κακόμοιρους Βραζιλιάνους, που ζούσαν το δράμα τους κι είχαν κι αυτούς να τους κάνουν πλάκα. «Θέλουμε να θρηνήσουμε τη μεγαλύτερη αποτυχία του ποδοσφαίρου μας κι αυτοί ήρθαν στο Ρίο για να μετατρέψουν την κηδεία μας σε πανηγύρι» είχε πει ο Ρονάλντο στη Rai μια μέρα πριν τον τελικό. Στον οποίο όλοι ήταν με τους Γερμανούς, όπως και οι Ιταλοί το 1990.

Στο τέλος όλοι με τους Γερμανούς

Για να κλείσω τον κύκλο θα θελα να δω ένα μουντιάλ στην Αργεντινή, αλλά δύσκολα θα συμβεί κάτι τέτοιο. Θα μου μείνει η απορία τι θα έκαναν οι ίδιοι, αν κάποιοι χαλούσαν τη γιορτή τους και τους έκαναν και πλάκα…