Κι αν καταργούσαμε το αντιντόπινγκ;

Κι αν καταργούσαμε το αντιντόπινγκ;

 

Στην Ελλάδα η ιστορία δεν έχει την πρέπουσα προβολή – στο διεθνή Τύπο  είναι βασικό θέμα, ας μην ξεχνάμε ότι σε λίγες μέρες αρχίζουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Ρίο. Η είδηση είναι ότι σε αυτούς η συμμετοχή των Ρώσων αθλητών – όλων χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση – θα αποφασιστεί σχεδόν την τελευταία στιγμή. Η Ρωσία κατηγορείται από τους ελεγκτές της Wada (και από τις Ολυμπιακές Επιτροπές τουλάχιστον δέκα χωρών) για «κρατικό ντόπινγκ», δηλαδή για μεθοδεύσεις ντοπαρίσματος, αλλά και προστασίας από το αντιντόπινγκ κοντρόλ, του συνόλου των αθλητών της από το 2011 και μετά. Αν τιμωρία υπάρξει, θα μιλάμε για κάτι πρωτοφανές.

Κάποιες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες

Οι λεπτομέρειες της ιστορίας σε αφήνουν άφωνο: αμφιβάλω αν υπάρχει σεναριογράφος που θα μπορούσε να τα σκεφτεί όλα αυτά. Όλα ξεκινάνε το 2014, όταν ο επικεφαλής του εργαστηρίου αντιντόπινγκ της Μόσχας Γκριγκόρι Ροντσένκοφ ζητά πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες για να συνεργαστεί με την Wada. Το σκάει από τη Μόσχα γιατί μέσα σε έξι μήνες έχουν φύγει μυστηριωδώς από τη ζωή δυο συνεργάτες του. Ο Ιβάν Καμάγιεφ, επικεφαλής της Rusada, δηλαδή της ρώσικης υπηρεσίας αντιντόπινγκ, πεθαίνει από ανακοπή καρδιάς – δεν γίνεται ούτε καν νεκροψία. Ο Βίτσεσλαβ Σινιόφ, μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της Ολυμπιακής Επιτροπής της Ρωσίας, αρμόδιος κι αυτός για θέματα ντόπινγκ, εξαφανίζεται και βρίσκεται νεκρός στο αυτοκίνητό του μετά από μέρες. Ο Ροντσένκοφ καταθέτει ότι μετά τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του Βανκούβερ, όπου η Ρωσία είχε καταλάβει την καθόλου τιμητική 11η θέση στον πίνακα των μεταλλείων, εκπονήθηκε από τις κρατικές αρχές ένα σχέδιο συστηματικού ντοπαρίσματος, αλλά και συγκάλυψης των Ρώσων αθλητών, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο έχουν οι μυστικές υπηρεσίες. Ο συντονισμός του προγράμματος γίνεται από τον αναπληρωτή Υπουργό των Σπορ Γιούρι Ναγκόρνιχ. Ο σκοπός δεν είναι να κατασκευαστούν στα εργαστήρια ουσίες μη ανιχνεύσιμες με τις οποίες να ντοπάρονται οι αθλητές, αλλά να βρεθούν τρόποι αντικατάστασής των δειγμάτων, που οι ελεγκτές παίρνουν από τους αθλητές. Με άλλα λόγια ο σκοπός είναι στο αντιντόπινγκ να φτάνουν καθαρά ούρα, αλλά και καθαρά δείγματα αίματος, αν κάτι τέτοιο χρειαστεί. Κατά τον Ροντσένκοφ η Fsb (η δημοκρατική συνέχεια της γνωστής μας Κgb), έχει δημιουργήσει «μια τράπεζα καθαρών ούρων» και χρησιμοποιεί εκβιαστικές μεθόδους για να πείσει ελεγκτές να συνεργαστούν κρατώντας το στόμα τους κλειστό: οι πρακτικές χρησιμοποιηθήκαν με επιτυχία στους Ολυμπιακούς του Σότσι, αλλά και στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου στη Μόσχα το 2013 και στο Παγκόσμιο Κολύμβησης στο Καζάν.    

Πόρισμα Μακ Λάρεν

Η ΔΟΕ ανέθεσε την έρευνα των καταγγελιών στον καθηγητή αθλητικού δικαίου Καναδό Ρίτσαρντ Μακ Λάρεν. Το πόρισμα Μακ Λάρεν είναι σοκαριστικό: αναφέρει ότι από το 2011 και μετά υπάρχουν σίγουρα 312 θετικά δείγματα αθλητών σε εικοσιοκτώ διαφορετικά σπορ και εκφράζεται η σιγουριά ότι 577 δείγματα αθλητών έχουν αντικατασταθεί σε αγώνες που αυτοί πήραν μέρος μετά το 2011 – δεν αναφέρεται ρητά αλλά αφήνει να εννοηθεί ότι οι άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών του Πούτιν κάλυψαν αθλητές και στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου. Ο ίδιος ο Πούτιν είπε ότι όλοι οι Ρώσοι αξιωματούχοι, που φαίνονται να εμπλέκονται, θα τεθούν στο περιθώριο μέχρι το πέρας σχετικής έρευνας, που θα κάνει ο Υπουργός των Σπορ της Ρωσίας Βιτάλι Μούτκο, αλλά δεν δέχεται την κατηγορία για κρατική συμμετοχή στο σκάνδαλο. Πριν τρεις μέρες ο εκπρόσωπός του απείλησε και με μποϊκοτάζ των Αγώνων της Βραζιλίας αν η ΔΟΕ συνεχίσει τις απειλές. Από τη άλλη ο εκπρόσωπος Τύπου της ΔΟΕ Μπεν Νίκολς είπε προχθές ότι «το πόρισμα Μακ Λάρεν αποκαλύπτει μια εφιαλτική πραγματικότητα που δεν επιτρέπει σε κανένα να πιστέψει ότι υπάρχει ψήγμα αθωότητας της ρώσικης αθλητικής ηγεσίας», όμως ο επικεφαλής της ΔΟΕ Τόμας Μπαχ φαίνεται να διστάζει να πάρει απόφαση αποβολής των Ρώσων αθλητών, παρά τις εισηγήσεις της Wada. Δεν είναι ούτε απλό, ούτε εύκολο.

Τι είναι απλό κι εύκολο; Να παραδεχτούμε διαβάζοντας τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες της εξωφρενικής αυτής ιστορίας ότι το σύστημα του αντιντόπινγκ απέτυχε πλήρως. Ακούγεται παράδοξο να το λες τη στιγμή της μεγαλύτερης ίσως αποκάλυψης σκανδάλου ντόπινγκ στην ιστορία, όμως τη στιγμή του θριάμβου του αντιντόπινγκ γίνεται κατανοητή και η αποτυχία του: το αντιντόπινγκ δυστυχώς δεν κατάφερε να θεμελιώσει κανένα απολύτως σύστημα αξιών. Υπάρχει για να το εξευτελίζουν με κάθε δυνατό τρόπο.

Παρα τη σκληρή δουλειά της Wada

Γιατί γεννήθηκε το αντιντόπινγκ τη δεκαετία του 60; Κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων της Ρώμης το 1960, ο Δανός ποδηλάτης Κερκ Γένσεν πέθανε εξαιτίας χρήσης αμφεταμινών. Η ιστορία προκάλεσε την αντίδραση των ανθρώπων της ΔΟΕ που αποφασίζουν να κυνηγήσουν το ντόπινγκ, στο μέτρο που αυτό είναι δυνατό. Η ίδια η λέξη ντόπινγκ προέρχεται από την κραυγή «ντοπ ντοπ ντοπ», που χρησιμοποιούσαν φυλές της Αφρικής, όταν επιτίθονταν η μία στην άλλη: οι αφρικανοί μαχητές συνήθιζαν να πίνουν διεγερτικά και ήταν οι Ολλανδοί στρατιώτες οι πρώτοι που το πρόσεξαν. Το αντιντόπινγκ ήρθε για να βοηθήσει τον αθλητή να παραμείνει αθλητής – η φαρμακοδιέγερση τον μετέτρεπε, με κίνδυνο της ζωής του, σε κάτι άλλο. Μόνο που στα πάνω από πενήντα χρόνια της λειτουργίας του και παρά την σκληρή δουλειά των ελεγκτών της Wada, το αντιντόπινγκ δεν κατάφερε να διαμορφώσει συνειδήσεις κι έγινε απλά ένας ελεγκτικός μηχανισμός, που άθελά του εξασφαλίζει καθαρότητα σε ένα κόσμο που τίποτα καθαρό δεν υπάρχει. Ακόμα χειρότερα: το αντιντόπινγκ βοηθά το ντόπινγκ. Αν το αποφύγεις μπορείς να κάνεις ό,τι θες: οι Ρώσοι το αποδεικνύουν. Και το τέλος το αντιντόπινγκ δεν σταμάτησε τη δυσπιστία μας για τα ρεκόρ και τις νίκες: αντίθετα την μεγάλωσε κι άλλο.  

Γιατί τελικά υπάρχει

Η ιστορία των Ρώσων μαρτυρά ότι δε υπάρχει κανένας κανόνας ηθικής: ένα σοβαρό Κράτος για μια χούφτα μετάλλια κινητοποιεί μυστικές υπηρεσίες και ξοδεύει χρήματα για να κοροϊδέψει τους ελέγχους, το πιστοποιητικό καθαρότητας των οποίων επιθυμεί. Μακάρι να κάνω λάθος αλλά όσο το αντιντόπινγκ συνεχίζει να υπάρχει, ανάλογες ιστορίες θα βγαίνουν στο φως και είναι αυτές που εν τέλει δηλητηριάζουν τον αθλητισμό, ίσως πιο πολύ κι από τα ίδια τα φάρμακα. Ισως οι έλεγχοι θα πρεπε να είναι προσανατολισμένοι πλέον αλλού: να αφορούν το κρατικό χρήμα, την υγεία των αθλητών, τους ίδιους τους ανθρώπους που έχουν την ευθύνη των προπονήσεων τους. Νομίζω πως κάτι άλλο χρειάζεται, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς: το παρών σύστημα πάντως έχει χρεοκοπήσει.

Δεν ξέρω επίσης αν είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε το τέλος του αντιντόπινγκ. Βλέπω, όμως, ότι δεν έσωσε τις αξίες του αθλητισμού κι αναρωτιέμαι γιατί τελικά υπάρχει…