Να γελάς, να παθιάζεσαι, να κλαις...

Να γελάς, να παθιάζεσαι, να κλαις...

Στο τελευταίο λεπτό του παιγνιδιού του Παναθηναϊκού με την Ξάνθη ο Τάσος Χατζηγιοβάνης έκανε ένα λάθος και δεν έδιωξε τη μπάλα όσο μακριά θα πρεπε. Ακολούθησε ένα δεύτερο λάθος του συμπαίκτη του Φάνη Μαυρομάτη, που έκανε ένα κάπως άγαρμπο μαρκάρισμα στον φορ της Ξάνθης Κάστρο παραχωρώντας ένα πέναλτι: η Ξάνθη ισοφάρισε, ο ΠΑΟ έχασε δυο βαθμούς και ο Χατζηγιοβάνης έβαλε τα κλάματα. Το κάνε από τα νεύρα του; Το κάνε γιατί τα είχε με τον εαυτό του; Το κανε γιατί η ομάδα του δεν κέρδισε κι ο κόπος όλων πήγε χαμένος; Δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι το έκανε αυθόρμητα και ανθρώπινα και σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση. Χωρίς να σκέφτεται τον τηλεοπτικό φακό ή το τι θα πουν οι άλλοι.  Η σκηνή παραμένει για μένα η ωραιότερη της αγωνιστικής – ίσως και του πρωταθλήματος. Και ξέρετε γιατί; Γιατί ο Χατζηγιοβάνης το χει ξανακάνει.  

Γιατί δεν γράφω για μικρούς

Με ρωτάνε συχνά διάφοροι φίλοι γιατί δεν γράφω τίποτα για τα μικρά παιδιά του ΠΑΟ, που όπως και να το δει κανείς είναι ένα από τα λίγα ωραία θέματα συζήτησης του εφετινού πρωταθλήματος. Αποφεύγω τις αναφορές είναι αλήθεια: για την ακρίβεια προτιμώ να μην γράφω τίποτα. Δεν έχω γράψει σχεδόν τίποτα και για τα μικρά παιδιά του Ολυμπιακού παλιότερα κι ούτε πρόκειται να γράψω κάτι και για τα μικρά παιδιά της ΑΕΚ, του ΠΑΟΚ, του Αρη, του Λεβαδειακού, αν ποτέ υπάρξουν. Δεν θέλω να κάνω αξιολογικές κρίσεις για δυο λόγους. Ο πρώτος γιατί θέλω να έχω την συνείδησή μου ήσυχη και να μην έχω συμμετοχή στο μεγάλο πανηγύρι που στήνεται γύρω τους και που συνήθως έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να χάνουν σε χρόνο ρεκόρ το δρόμο τους. Δυστυχώς υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος αποτελούμενος από παράγοντες, συγγενείς, αντζέντηδες, δημοσιογράφους, οπαδούς κτλ που δεν καταλαβαίνει πόσο κακό κάνει στα παιδιά με τον τρόπο που ασχολείται μαζί τους: η δική μου απουσία από αυτό το πανηγύρι κρίσεων και προβολής δεν αλλάζει το παραμικρό – εγώ όμως τα χω καλά με την συνείδησή μου. Ο δεύτερος και ουσιαστικότερος λόγος είναι ότι δεν γίνεται να γράφεις για παιδιά όταν ακόμα αυτά δεν έχουν διαμορφώσει χαρακτήρα ή όταν ο όποιος χαρακτήρας τους παραμένει επιτηδευμένα κρυμμένος και άγνωστος.

Το αν θα κάνει καριέρα ένας αθλητής εξαρτάται από τα προσόντα και το χαρακτήρα του – ίσως μάλιστα ο χαρακτήρας του να είναι το σημαντικότερο προσόν του. Αν δεν έχεις επαρκή στοιχεία, κάθε κρίση είναι ημιτελής και ως εκ τούτου λανθασμένη. Όταν ρωτάω τι χαρακτήρας είναι ο κάθε μικρός που εμφανίζεται (όχι μόνο στον Παναθηναϊκό, αλλά γενικά) μου λένε «καλό παιδί» ή «τρελοκομείο» ή και τα δυο («καλό παιδί αλλά τρελοκομείο»). Οι απαντήσεις αυτές με πείθουν ότι κανείς δεν γνωρίζει τα παιδιά: δεν υπάρχει παιδί με τόσο μονοδιάστατο χαρακτήρα. Οπότε προτιμώ να τους παρακολουθώ όλους τους μικρούς, να παρατηρώ την πρόοδο ή το πισωγύρισμά τους, να ακούω τα «σιδερωμένα» λόγια τους στις συνεντεύξεις και να περιμένω απλά να μεγαλώσουν, δηλαδή να μας δείξουν κάτι από το χαρακτήρα τους, αν προλάβουν. Μέχρι τότε δεν λέω κουβέντα, απλά γιατί δεν έχω ιδέα για το μέλλον που τα περιμένει.

Τα παίρνει όλα σοβαρά

Ο Χατζηγιοβάνης είναι η κλασσική εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Ο μικρός του ΠΑΟ μας έδειξε το χαρακτήρα του καλά καλά πριν μας δείξει τα προσόντα του! Τρελαμένος με τη μπάλα, μαγκάκος ώστε να απαιτεί περισσότερες πρωτοβουλίες από όσες η ηλικία του επιτρέπει, λιγάκι ατομιστής όπως όλοι όσοι ξέρουν μπάλα, δύσκολος ίσως για τους προπονητές του, που πάντα θέλουν να τιθασεύουν τους ποδοσφαιριστές, αλλά κι ενθουσιώδης κι αυθεντικός ο Χατζηγιοβάνης είναι η κλασική περίπτωση του ανθρώπου που όσο και να προσπαθήσει πολύ δύσκολα θα σκοτώσει το παιδί που κουβαλάει μέσα του. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα μου καρφώθηκε στο μυαλό ότι πρόκειται για κάποιον που παίζει μπάλα για να παραμείνει για πάντα παιδί – και μακάρι να τα καταφέρει. Αυτή την μυστήρια παιδικότητα ο Χατζηγιοβάνης την συνδυάζει με ένα αυθορμητισμό που ξεπερνά τα συνηθισμένα: δεν είναι το είδος του παιδιού που κάνει τα πάντα ανέμελα, αλλά το είδος του παιδιού που παίρνει τα πάντα στα σοβαρά! Αυτό το χαρακτηριστικό του δημιουργεί μια τρομακτική εξωστρέφεια: ο Χατζηγιοβάνης κάνει τα πάντα μπροστά στα μάτια μας χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει το παραμικρό ή να δείξει ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι, υπακούοντας στο εγχώριο life style των ποδοσφαιριστών που τους θέλει να μετράνε τα λόγια τους και να κρύβουν την αλήθεια τους. Για αυτό τον ξεχωρίζω. Γιατί από ποδοσφαιριστές που παίζουν ρόλους σαν ηθοποιοί, (συνήθως χειρότερα από όσο παίζουν ποδόσφαιρο), πήξαμε.  

Μέχρι την πρώτη πρόταση

Τι πρέπει να κάνει ο ποδοσφαιριστής σήμερα για να τον αγαπάνε στην Ελλάδα και να λένε ότι έχει προσωπικότητα και είναι σπουδαίος και κτλ κτλ κτλ. Πρώτα από όλα να πουλάει οπαδιλίκι, δηλαδή να σκέφτεται τι θέλουν να βλέπουν οι οπαδοί.

Ως εκ τούτου πρέπει να κάνει αφιερώσεις στις εξέδρες, να φυλάει φανέλες, να κάνει δηλώσεις για το μεγαλείο του κόσμου, να είναι «τσαμπουκάς», να τη «λέει» στον αντίπαλο, μέχρι τουλάχιστον να βρει την πρώτη πρόταση από μια ομάδα του εξωτερικού και να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια αφήνοντας πίσω του μια επιστολή με το αντίο του και τα ευχαριστώ του σε όλους, που πρέπει να κατανοήσουν ότι τα φράγκα είναι σημαντικότερα από την αγάπη και ότι ίσως επιστρέψει κάποτε στην ομάδα της καρδιάς του για να πάρει το εφάπαξ. Ολοι αυτοί οι ηθοποιοί της συμφοράς δεν έχουν ούτε καν το κουράγιο να δείξουν ένα στοιχείο της ανθρωπιάς τους: κανείς τους π.χ δεν θα έκλαιγε για ένα λάθος – στα πανηγύρια και στις αφιερώσεις είναι καλοί, ίσως τα κάνουν και πρόβα. Για να έχεις τη δύναμη να κλάψεις μετά από ένα λάθος, πρέπει να αγαπάς μια ομάδα πραγματικά και να χεις πάρει απόφαση ότι θα ζεις μέσα στο παιγνίδι. Το να πουλάς τις στιγμές της χαράς είναι απλό: το κάνουν όλοι.

Ο Μαραντόνα έκλαιγε

Είπαν στον Χατζηγιοβάνη ότι οι άνδρες δεν κλαίνε, ότι δεν πρέπει να το ξανακάνει, ότι τα δάκρια δεν ταιριάζουν στον ΠΑΟ κτλ κτλ. Η δική μου συμβουλή είναι να μην ακούει κανένα και να συνεχίσει να ζει το ωραίο του παραμύθι με τον τρόπο του. Όταν είσαι αυθεντικός, και ζεις για το παιγνίδι, μπορείς και να κλαις: ο Μαραντόνα, ο μεγαλύτερος όλων, πλάνταξε κάποτε στο κλάμα. Στο Χατζηγιοβάνη θα έλεγα να ακούει μόνο την καρδιά του: να γελάει, να παθιάζεται, να τρελαίνεται, να κλαίει. Είναι ένας από τους τελευταίους αληθινούς ανθρώπους που κυκλοφορούν στα ελληνικά γήπεδα. Κι έτσι πρέπει να μείνει.