Μακριά κι αγαπημένοι

Μακριά κι αγαπημένοι

Μολονότι η ήττα  των Γάλλων στον τελικό είναι η πραγματικά μεγάλη είδηση του φινάλε του Euro του 2016, εν τούτοις η μέρα επιβάλει μια αναφορά στον θριαμβευτή Φερνάντο Σάντος, ένα δικό μας άνθρωπο, τον πρώτο έλληνα προπονητή που διακρίθηκε μακριά στα ξένα. Τον προπονητή που κέρδισε ένα Πανευρωπαϊκό χωρίς να χάσει κανένα ματς, αλλά και κερδίζοντας μόνο ένα στην κανονική διάρκεια ενός αγώνα: αυτό από μόνο του το στοιχείο είναι μια καλή βάση για ένα είδος διχασμού στις κρίσεις που στην περίπτωσή του είναι κάθετος. Ας δούμε γιατί.

Η ενδιαφέρουσα ερώτηση που γίνεται από χθες βράδυ είναι αν έχουμε αδικήσει τον Φερνάντο εμείς οι επικριτές του ποδοσφαίρου του στην Ελλάδα. Η δική μου απάντηση είναι ότι πρώτοι από όλους έχουν αδικήσει τον σημερινό πρωταθλητή Ευρώπης οι φίλοι του στην Ελλάδα, οι οποίοι είναι μάλλον ανίκανοι να περιγράψουν ποια είναι η ομορφιά του ποδοσφαίρου του Σάντος, γιατί αυτό μπορεί να είναι παράδειγμα προς μίμηση και πόσο χαίρεται μια ομάδα, όταν αυτός είναι προπονητής της. Το ωραίο είναι ότι για αυτά ποδοσφαιρικά μπορείς να πεις πολλά. Αν αποφεύγουν να το κάνουν πρώτα από όλα οι φίλοι του – οι οποίοι στους κύκλους των προπονητών, των ποδοσφαιριστών που συνεργάστηκαν μαζί του και των δημοσιογράφων είναι πάρα πολλοί, είναι γιατί νοιώθουν ένα είδος ντροπής να υπερασπιστούν το ποδόσφαιρό του δημόσια.

Πρόσφατα δυο επιφανείς, ο Ντέμης Νικολάϊδης και ο Κώστας Κατσουράνης δήλωσαν πόσο καμαρώνουν για τις επιτυχίες του Σάντος και δικαίως. Είπαν κάτι γενικό (του τύπου «μου έμαθε τακτική» και είναι «μεγάλος νικητής») και μετά τόνισαν ότι είναι σπουδαίος άνθρωπος. Επειδή κι εγώ τον ξέρω προσυπογράφω: είναι ένας εξαιρετικός κύριος – ειδικά όταν δεν κάθεται στον πάγκο, γιατί στον πάγκο πλέον τρελαίνεται και τσακώνεται με όλους. Αλλά αν το προσόν ενός προπονητή είναι ο καλός του χαρακτήρας, τότε η κρίση αυτή μαρτυρά συγχρόνως και κάτι άλλο: ότι για το ποδόσφαιρο που αγαπά και διδάσκει δεν έχεις να πεις και πολλά.

Η Ελλάδα σημάδεψε τον Σάντος όσο κανένα άλλο προπονητή. Πολλοί δεν θυμούνται τον πρώτο Σάντος, αυτόν που δούλεψε στην ΑΕΚ του Μάκη Ψωμιάδη. Το ποδόσφαιρο που έπαιζε εκείνη η ΑΕΚ δεν έχει καμία σχέση με το ποδόσφαιρο που παίζουν οι ομάδες του Σάντος μετά το 2005. Η ΑΕΚ εκείνη έπαιζε πολύ επιθετικά, με τον Τσιάρτα και τρεις κυνηγούς, (τον Λάκη, τον Ντέμη, τον Ιβις, ή ενίοτε τον Μιελκάρσκι και τον Φόλια), ο Σάντος ήθελε κεντρικά μπακ να κατεβάζουν τη μπάλα και προτιμούσε τον Φερούζεμ από τον Καψή, έπαιζε συχνά με μισό κόφτη κι έχασε το πρωτάθλημα γιατί η άμυνά του ήταν συχνά ακάλυπτη: μόνο από τον Ολυμπιακό είχε δεχτεί επτά γκολ σε δυο ματς. Κέρδισε, όμως, το κύπελλο γιατί η ΑΕΚ του εκείνη έπαιζε ποδόσφαιρο και δεν ήταν δυνατόν να χάσει από τον Ολυμπιακό δυο ματς σε τέσσερις μέρες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα και την αποτυχία του στη Μενφίκα, κι αφού είδε το θρίαμβο του Ρεχάγκελ στην Πορτογαλία, όλη η προσέγγισή του είναι διαφορετική: και στην ΑΕΚ και στον ΠΑΟΚ και στην Εθνική ψάχνει μαραθωνοδρόμους και σκληρά παιδιά στη μεσαία γραμμή, ικανούς να προστατέψουν την άμυνα. Κάθε ομάδα του παίζει οριζόντιο και αργό ποδόσφαιρο, ο ίδιος λατρεύει το 1-0, αλλά δεν κερδίζει απολύτως τίποτα (καλά καλά ούτε ντέρμπι…). Κάνεις όμως μεγάλα σερί χωρίς ήττα (ειδικά στις Εθνικές) και λατρεύεται από τους παίκτες του γιατί τους ζητά απλά, κατανοητά και συμβατά (ειδικά με την ελληνική λογική) πράγματα: κανένας δεν θυμάται τις λεπτομέρειες μιας νίκης ομάδας του Σάντος (εκτός αν είναι πολύ μεγάλος οπαδός του), αλλά και κανείς ποδοσφαιριστής του Σάντος δεν φοβάται πως με αυτόν προϊστάμενο θα διασυρθεί. Στην Ελλάδα ή ήττα με 0-1 ή μια σειρά από οδυνηρές ισοπαλίες δεν είναι καταστροφή: μπορεί να αποδοθούν στην ατυχία, στη διαιτησία, στην κακή διοίκηση που δεν παίρνει παίκτες κτλ. Ο Νικολάϊδης, που πραγματικά αγαπάει το Σάντος, μου έχει πει ότι μια από τις αιτίες της διοικητικής του καταστροφής είναι ότι το βράδυ που η ΑΕΚ σε ένα ματς με τον Ολυμπιακό στο ΟΑΚΑ μάζεψε 65 χιλιάδες ανθρώπους, αυτοί δεν είδαν ούτε μια φάση της προκοπής και οι μισοί δεν ξαναπάτησαν στο γήπεδο!

Το Euro της Γαλλίας έδειξε ότι η αγάπη του Σάντος για ένα ποδόσφαιρο στο οποίο μετρά να μην χάνεις (ούτε καν η νίκη…), δεν έχει να κάνει με το τι ποδοσφαιριστές έχει στα χέρια του. Χρόνια οι υποστηρικτές έλεγαν ότι οι αντιθεαματικές, στριφνές και δυσκολοκαταύλητες ομάδες του Σάντος παίζουν έτσι γιατί ο «δάσκαλος» δεν έχει σπουδαίες μονάδες: αποδείχτηκε πως είτε έχει τον Ρονάλντο είτε τον Καπάνταη, είτε έχει τον Κουαρέσμα είτε τον Εντίνιο, ο Σάντος έτσι παίζει. Κι επίσης αποδείχτηκε πως ξέρει από χαρακτήρες όσο κανείς. Ο Εντερ που έκρινε τον τελικό είναι ένας παίκτης που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στην αποστολή της Πορτογαλίας. Ξεκίνησε άσχημα στην Αγγλία, τον έδωσαν δανεικό στη Λίλ όπου έκανε λίγα, ποτέ κανείς δεν ασχολήθηκε μαζί του σοβαρά. Πριν μπει στον τελικό είχε παίξει 13 λεπτά! Κι όμως ο Σάντος του έδωσε μια ευκαιρία ποντάροντας στον εγωισμό του και στη διάθεσή του να παίξει για αυτόν που τον στήριξε: αυτά στην Ελλάδα τα  έχει κάνει πολλές φορές. Επίσης είναι μετρ των κινήσεων που δείχνουν ότι δεν έχει παιδιά και αποπαίδια: στο Euro άφησε κατά μέρους τρεις αγαπημένους του – τον Ρικάρντο Καρβάλιο, τον Μπρούνο Αλβες και φυσικά τον Βιερίνια στέλνοντας μήνυμα στην ομάδα ότι όσα έχουν προηγηθεί δεν μετράνε.

Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά εντός ομάδας – κι ο Σάντος είναι η περίπτωση του κόουτς που φτιάχνει αποδυτήρια: δεν γίνεται να εκτιμούνται όμως (και δικαίως) από κάποιον που θέλει να δει ποδόσφαιρο. Από την άλλη προφανώς είναι βοηθάνε στο πλάσιμο μιας ομάδας: στη δυσκολία οι παίκτες συσπειρώνονται κι όσο πιο μεγάλη είναι η δυσκολία τόσο πιο μεγάλη είναι η συσπείρωση – όταν ο Ρονάλντο βγήκε ήταν δεδομένο ότι οι Πορτογάλοι θα έπαιζαν ακόμα καλύτερα στην άμυνα, ακόμα πιο κυνικά, ακόμα πιο ελληνικά! Και πάσες μεταξύ του τερματοφύλακα και των στόπερ είδαμε, και βαθιές μπαλιές στο πουθενά και κάρτες για συστηματικές καθυστερήσεις και άλλα πολλά ωραία δικά μας. Μόνο που ως ελληνικό ποδόσφαιρο τίποτα από αυτά δεν έχουμε ανάγκη: τα ξέρουμε από πρώτο χέρι κι είναι ένας σημαντικός λόγος που έχουν αδειάσει τα γήπεδά μας.

Ο Σάντος θα ήταν ένας εξαιρετικός προπονητής για την Εθνική μας: είναι κρίμα που το 2014 περιμένοντας προτάσεις από τον ΠΑΟΚ και την Σπόρτινγκ αρνήθηκε δυο φορές να υπογράψει ένα νέο συμβόλαιο – πιθανότατα έβλεπε την παρακμή της ομάδας να πλησιάζει κι είχε τους λόγους του. Μετά την πρόκριση στο β γύρο στη Βραζιλία ήθελε να μείνει, αλλά η ΕΠΟ είχε συμφωνήσει με το Ρανιέρι – αν είχε μείνει η Πορτογαλία δύσκολα θα γίνονταν πρωταθλήτρια Ευρώπης. Από την άλλη ο τρόπος που κέρδισαν οι Πορτογάλοι δείχνει και το είδος και τις δυνατότητες της προσφοράς του: ψάχνω να βρω μέρες τώρα ένα μπράβο για το ποδόσφαιρο που η ομάδα του έπαιξε στο διεθνή Τύπο και δεν βρίσκω τίποτα. Δεν τον νοιάζουν τα μπράβο, αλλά κατά συνέπεια κανένας δεν νοιάζεται και για (το βαρετό) ποδόσφαιρο του.

Θα είναι πάντα ένας καλός φίλος του ελληνικού ποδοσφαίρου ο Φερνάντο και θα ναι πάντα ευπρόσδεκτος εδώ από όλους μας. Αλλά το ποδόσφαιρο που παίζει στην Ελλάδα δεν μας λείπει – ίσως λείπει σε δημοσιογράφους που πουλάνε νίκες, σε παίκτες που θέλουν να κερδίζουν χωρίς να παίζουν, σε προπονητές που το 1-0 τους αρκεί γιατί δεν απολύονται. Οι υπόλοιποι, όσοι αγαπάμε το παιγνίδι, μπορούμε να χαιρόμαστε για τις επιτυχίες του Φερνάντο από μακριά. Παραμένοντας αγαπημένοι.