Μας λείπεις κύριε Μάνο....

Μας λείπεις κύριε Μάνο....

Η μέρα που έφυγε από κοντά μας ένας μεγάλος καλλιτέχνης δεν χρειάζεται να έχει επετειακό χαρακτήρα. Ο Ταρκόφσκι έλεγε ότι η Τέχνη είναι  η αιώνια απόδειξη ότι ο άνθρωπος μέσα του κουβαλάει κάτι από τον Θεό που τον δημιούργησε και πως η καλλιτεχνική πράξη είναι ο τρόπος του να σμιλεύει το χρόνο: η Τέχνη είναι ο δρόμος προς την αθανασία κι ως εκ τούτου ο καλλιτέχνης δεν φεύγει από κοντά μας, παρά μόνο αν εμείς από αυτόν απομακρυνθούμε. Ο θάνατός του είναι μια ευκαιρία για μια απλή περίληψη προηγουμένων – ίσως και για να θυμηθούμε τα γιατί της γνωριμίας μας. Η μόνη μέρα που αξίζει να μνημονεύουμε ωστόσο, είναι αυτή που ο καλλιτέχνης γεννήθηκε, γιατί ο ερχομός του άλλαξε πολύ ή λίγο τον μικρό ή μεγάλο μας κόσμο. Σαν σήμερα, στις ήρθε στη ζωή ο Μάνος Χατζιδάκις, που ποτέ δεν μας εγκατέλειψε, αλλά μας λείπει πάρα πολύ.   

Η απόσταξη των ερεθισμάτων

Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν συνθέτης, είχε δηλαδή τη σπάνια ικανότητα να κάνει ένα είδος απόσταξης των ερεθισμάτων του για να δημιουργεί κάτι καινούργιο: η μουσική του ήταν πρώτα από όλα ο ίδιος – η οραματική του προσέγγιση στη ζωή, η ευκολία με την οποία έγραφαν μέσα του οι εποχές και οι αλλαγές τους, η μοναδική του ικανότητα να παράγει, αντλώντας μερικές φορές δύναμη από τα εμπόδια της ίδιας του της έμπνευσης. Ο συνθέτης Χατζιδάκις δεν υπέβαλε τον εαυτό του σε μαρτύρια για να δημιουργήσει –η δύναμή του ήταν η ικανότητα του να εστιάζει στο σημαντικό. Η άνεση με την οποία μπορούσε να αφήσει κατά μέρους οτιδήποτε δεν του ήταν χρήσιμο, ακόμα και δουλειές και τραγούδια του, προσδιόρισε την πορεία του και τις μεταβολές της.

 

Ο Χατζιδάκις κεφαλαιοποίησε τη σχέση του με τον Σικελιανό, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Τσαρούχη: από όλους αυτούς έμαθε τον τρόπο να βλέπεις  τη ζωή ως ευκαιρία για να την ανασυνθέσεις. Το ταξίδι του στον κόσμο είναι η ίδια η δύναμη του έργου του: ο Χατζιδάκις οικειοποιείται τις ανακαλύψεις του όσο κανείς. Μπορεί να σκαρώνει μελωδίες για βιοπορισμό διασκεδάζοντας, αλλά μετά, όταν ανοίγει την πόρτα της μεγάλης μουσικής, διαπιστώνει πως αξία έχει μόνο να βάζεις στον εαυτό σου δύσκολα. Ανακαλύπτει το ρεμπέτικο για να το αποκωδικοποιήσει, γράφει μουσική για το σινεμά και φτάνει στα Οσκαρ, ταξιδεύει στην Αμερική και κολυμπάει στον ωκεανό της ποπ για να μας δώσει το αξεπέραστο Reflections και να ηχογραφήσει την περίφημη συμφωνική έκδοση του Χαμόγελου της Τζοκόντας, που είναι μια συμπυκνωμένη στιγμή ατόφιου δυτικού πολιτισμού.

 

Ο Χατζιδάκις δεν είναι ένας στοχαστής της μουσικής όπως ο Μίκης Θεοδωράκης και για αυτό δεν υπάρχει κανείς μεταξύ τους ανταγωνισμός. Η σύνθεση για αυτόν είναι ο σταθερός δρόμος υπέρβασης της πραγματικότητας – είναι το μονοπάτι της μαγείας: ο Χατζιδάκις δεν σου μουρμουράει, δεν σε νουθετεί, δεν σου εξηγεί – απλά σε ταξιδεύει. Ποθεί δια μέσου της μουσικής του μια ζωή χωρίς όρια, σε μπλέκει σε μια ζωή χωρίς ευθείες. Η μουσική του είναι ένας έρωτας που δεν σε συνοψίζει, δεν σου επιτρέπει μια εύκολη ταύτιση κι απαιτεί την προσοχή σου. Δεν είναι το σάουντρακ της ζωή σου, είναι το σάουντρακ της ζωής του κι έχεις το ελεύθερο να πεις ότι δεν την αντέχεις ειδικά αν δεν γράφει μέσα σου η πολυπλοκότητα της έμπνευσης που την γέννησε. Ο Χατζιδάκις ψάχνει να βρει τις νότες των εικόνων που αποκτούν άλλη διάσταση: η αγάπη χάρη στις νότες του γίνεται δίκοπο μαχαίρι, το φεγγάρι χάρτινο, ο έρωτας ένα παλιό σινεμά, το βλέμμα σκοτεινιάζει γιατί παίρνει κάτι από τη νύχτα – σε όλες αυτές τις περιπτώσεις και σε δεκάδες άλλες η μουσική μαγεύει τις λέξεις και τους στίχους.

Δεν θα σε πάρει από το χέρι

Ο Χατζιδάκις γυρίζει στην Ελλάδα της δικτατορίας για να γράψει το Μεγάλο Ερωτικό – κόντρα στην εποχή που απαιτεί στρατεύσεις, αυτός υπερασπίζεται τη δημιουργική μοναξιά της ευφυίας του. Η μόνη ετικέτα που μπορείς να κολλήσεις στο Χατζιδάκι είναι αυτή του συνθέτη που δεν επιδέχεται ταξινόμηση. Είναι αυτός. Κι αν κουβαλάει στο γιγάντιο εγώ του τον Γκάτσο, τον Βαμβακάρη, τον Κουν, την Οδό Ονείρων, το Σείριο, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, μην νομίζεις ότι τον ξέρεις: κανείς μας δεν τον ξέρει κι αυτή η πρόκληση να τον ανακαλύψεις είναι η αληθινή γοητεία του έργου του. Η απεραντοσύνη του έργου αυτού σου επιτρέπει να τον ανακαλύπτεις ξανά και ξανά – από εσένα εξαρτάται. Αλλά δεν θα σε πάρει από το χέρι ποτέ: αν δεν τον ανακαλύψεις, δεν θα ρθει να σε βρει. Ο Χατζιδάκις δεν είχε τη συμπεριφορά πατερούλη που εξηγούσε. Όποιος τον είχε δάσκαλο υπέφερε από την τελειομανία του – αλλά αυτά δεν ενδιαφέρουν όποιον ξέρει να απολαμβάνει τη μουσική του. Αυτή ανήκε στον δημιουργό της : ήταν η αντανάκλασή του και η απόδειξη της ευφυίας του – έργο μοναδικό, που αιώνια θα σου ζητά να του παραδοθείς με αγάπη και χαρά και να χαθείς στην σπειροειδή δίνη του.

 

Ο καλλιτέχνης Χατζιδάκις δεν θα μας λείψει ποτέ γιατί το έργο του δεν γίνεται να παραδοθεί στη λήθη – θα νικάει ξανά και ξανά το δυνάστη χρόνο, γιατί πάντα στη σκυταλοδρομία της απόλαυσης θα υπάρχει κάποιος έτοιμος να προστεθεί. Από την άλλη ο άνθρωπος Χατζιδάκις, ο ανήσυχος διανοητής, ο αντισυμβατικός σχολιαστής, ο επιθετικός στοχαστής με τον προσωπικό πολιτικό λόγο, λείπει πολύ – πάρα πολύ. Ισως είναι τυχαίο αλλά από την στιγμή που έφυγε το τσουνάμι της βαρβαρότητας φούσκωσε, οι αντιστάσεις στη χυδαιότητα έγιναν λιγότερες και η μάχη εναντίον της κακογουστιάς μοιάζει να χάθηκε, αφού έφυγε ο δυνατότερος επικριτής της.

Στου κόσμου το μπαλκόνι

Ο Χατζιδάκις είχε πάντα αυτή την δισυπόστατη παρουσία: από τη μια λειτουργούσε ως μεγάλος δημιουργός, ως παρατηρητής των εικόνων και των κρυφών τους μυστικών που χάρη στη μουσική του έβγαζε στο φως κι από την άλλη έδινε κι έχανε τις μάχες του ως αναρχικός δεξιός κι ως σκληρός εκσυγχρονιστής. Ως διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος ή ως εκδότης του περιοδικού Τέταρτο, ο Χατζιδάκις ήταν ο χειρούργος που χρησιμοποιούσε τη γλώσσα ως νυστέρι για να αφυπνίσει, να εναντιωθεί, να καταγγείλει, να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για το λαϊκισμό, τη δυσφορία του για το φλερτ της χώρας με την φθήνια, την πίστη του ότι η αισθητική είναι σημαντικότερη από την πολιτική και μόνο αυτή μπορεί ν αλλαξει τον κόσμο. Ο Χατζιδάκις μπορούσε να είναι συγχρόνως ο απλησίαστος δημιουργός και ο άνθρωπος του κέντρου της Αθήνας – ένας διανοούμενος που δεν σιωπούσε, ένας από αυτούς που δεν υπάρχουν πιά.

Γεννήθηκε σαν σήμερα το μακρινό 1925. Έκανε τον κόσμο πλουσιότερο με τη γενναιοδωρία του και τον έκανε φτωχότερο όταν έφυγε για να πάει στην αγκαλιά της γης. Το έργο του υπάρχει πάντα κι από αυτό αναβλύζουν μελωδίες και μαγεμένα μυστήρια. Αλλά του κόσμου το μπαλκόνι, το μπαλκόνι μας, χωρίς αυτόν άδειασε…