Μια φορά κι ένα καιρό ένας πατριώτης…

Μια φορά κι ένα καιρό ένας πατριώτης…

Oι κριτικοί, που ασχολήθηκαν με την παρουσίαση της ταινίας «Η πιο σκοτεινή ώρα» που παίζεται στους κινηματογράφους και αφορά τις πρώτες μέρες του Γουίνστον Τσώρτσιλ στην πρωθυπουργία της Αγγλίας κι ενώ είχε μόλις ξεκινήσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στον βασικό ήρωα, σαν να πρόκειται για ντοκιμαντέρ και όχι για fiction. Από την μικρή αυτή λεπτομέρεια γίνεται εύκολο να συμπεράνει κανείς ότι οι εμπνευστές της ταινίας, δηλαδή ο καλός σκηνοθέτης Τζο Ράιτ (που μας έχει δώσει μεταξύ άλλων την «Εξιλέωση») ο σεναριογράφος της Άντονι ΜακΚάρτεν, αλλά κυρίως ο χαρισματικός Γκάρι Ολτμαν, που γράφει ιστορία υποδυόμενος τον Τσώρτσιλ, πέτυχαν τον στόχο τους. Ο Ράιτ έφτιαξε μια σπουδαία προσωπογραφία, ζωγραφίζοντας με την βοήθεια του ΜακΚαρτεν και την καθοριστική παρουσία του Ολντμαν, ένα υπέροχο κάδρο, αφιερωμένο στον μεγάλο Βρετανό πολιτικό: κυρίως μας θυμίζει τα αντιφατικά στοιχεία του πολυσχιδούς χαρακτήρα του, τονίζοντας τη μοναδικότητα του.

   

Μια έκφραση στου Τσώρτσιλ

«Η πιο σκοτεινή ώρα» είναι η έκφραση με την οποία ο ίδιος ο Τσώρτσιλ περιέγραψε τον πρώτο χρόνο της πρωθυπουργίας του, δηλαδή τον καιρό που οι Αμερικάνοι και οι Ρώσσοι παρακολουθούσαν άπραγοι την επέλαση των Ναζί. Η έκφραση αυτή έδωσε τον τίτλο σε μια αναμφίβολα πατριωτική ταινία - με τη γενική έννοια του όρου. Για να δημιουργηθεί αυτό το πλαίσιο, που αναδεικνύει πως ο Τσώρτσιλ υπήρξε περισσότερο κι από οραματιστής ένας μεγάλος πατριώτης, ο Ράιτ ποντάρει πρώτα από όλα σε ένα ισχυρό χαρτί που είναι η βρετανικότητα: η ταινία εμπεριέχει όλα σχεδόν τα αγγλικά σύμβολα. Το Κοινοβούλιο, το Παλάτι κι ο Βασιλιάς, το ουίσκι, τα πούρα και τα αυγά με μπέικον, το μετρό ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της ζωής του Λονδίνου, κυρίως η φλεγματικότητα και η ρητορεία χρησιμοποιούνται στις καλύτερες δυνατές δόσεις για να προκύψει το κατάλληλο σκηνικό. Αυτό που δυναμώνει την αληθοφάνεια του πατριωτικού παραμυθιού.    

Φιλμάροντας την ανάμνηση

Η ταινία είναι ό,τι πιο βρετανικό έχουμε δει τα τελευταία χρόνια κι αυτό υπηρετεί και η σκηνοθεσία της, που παραπέμπει σε ταινίες παλιότερες. Η προσεχτική αναπαράσταση του Λονδίνου της εποχής, τα μεγάλα πλάνα, οι φάτσες των ηθοποιών που έχουν επιλεγεί ακόμα και στους μικρότερους ρόλους, φυσικά η ίδια η ερμηνεία του Ολντμαν, σε κάνουν να πιστεύεις ότι παρακολουθείς κάτι που έχει γυριστεί παλιότερα και που οι Βρετανοί παραγωγοί ανακάλυψαν σε ένα κουτί μετά από σαράντα (;) ή πενήντα (;) χρόνια. Αν στη «Δουνκέρκη», που πρόσφατα είδαμε, ο Νόλαν χρησιμοποίησε κάθε μέσο (λήψεις, φωτογραφία, μοντάζ, μουσική κτλ)  για να σε κάνει να ζήσεις την δραματικότητα της στιγμής, εδώ η πρόθεση είναι η ακριβώς αντίθετη: ο Ράιτ φιλμάρει κυρίως την ανάμνηση των γεγονότων, αφηγείται την εξιστόρησή τους. Στη «Δουνκέρκη» μπαίνεις στο κέντρο της ιστορίας – εδώ την παρακολουθείς σαν θεατής σε θέατρο, όπως το παιδί που του αρέσουν τα παραμύθια. Ο σκοπός δεν είναι να ζήσεις την «πιο σκοτεινή ώρα» της Ευρώπης, αλλά να παρακολουθήσεις εξ αποστάσεως την Ιστορία της, τον αχό της. Ετσι ο ακαδημαϊσμός, (δηλαδή η εμμονή στους τύπους και η έλλειψη πρωτοτυπίας στην αφήγηση), είναι απαραίτητος: το σκηνικό χρειάζεται απλά για να ανεβεί στη σκηνή ο μεγάλος περφόρμερ. Που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ο Τσώρτσιλ, δια μέσου του Ολντμαν. Αλλά και το αντίστροφο.

Η αρχή και το τέλος

Ο Ράιτ, ο ΜακΚάρτεν και οι συνεργάτες τους δείχνουν την αρχή και όχι το τέλος της πρωθυπουργίας του μεγάλου Βρετανού νικητή του πολέμου. Η επιλογή είναι επιτυχημένη γιατί, στην περίπτωση του Τσλωρτσιλ, παραδόξως η αρχή είναι σημαντικότερη από τον επίλογο: είναι συγχρόνως η εισαγωγή και η κορύφωση της ιστορίας. Ο Ράιτ και ο σεναριογράφος του έχουν φανερά δυο στόχους. Ο πρώτος να κάνουν κατανοητό ότι ένα πραγματικό δράμα διαδραματίζεται στους διαδρόμους της βρετανικής πολιτικής σκηνής: η πολιτική τάξη είναι διασπασμένη, η σύμπνοια ανύπαρκτη και η πρωθυπουργία του Τσώρτσιλ μοιάζει με τιμωρία του για μια πολιτική καριέρα που έχει προηγηθεί – καριέρα βασισμένη σε μια σαδιστική διάθεση για αλήθειες, που πονάνε.

 

Ο δεύτερος στόχος είναι να φύγεις από την αίθουσα με την βεβαιότητα ότι αυτό που είδες είναι η ιστορική βαρύτητα του ρόλου του πρωταγωνιστή της ταινίας – η στενοκεφαλιά του Τσώρτσιλ, οι φόβοι και οι αγωνίες του, οι άγαρμποι τρόποι του προβάλλονται περισσότερο από πιθανές αρετές του, έτσι ώστε στο τέλος ο γενναίος πατριωτισμός του να είναι η μόνη πραγματική του αρετή, αυτή μπροστά στην οποία αισθάνεσαι δέος. Ο πατριωτισμός αυτός, σύμφωνα με την ταινία, αρκεί για να εξηγήσει κάθε του πολιτική απόφαση – ολέθρια ή επιτυχημένη. Ουσιαστικά είναι η μόνη του πυξίδα καθώς φαίνεται να πιστεύει πως η πατρίδα είναι πάνω από όλα: ακόμα κι από την ανθρώπινη ζωή.

Μόνος στο κέντρο του κάδρου

Ο Ράιτ φτιάχνει μια προσωπογραφία κι όχι ένα ψυχογράφημα. Το ψυχογράφημα είναι πιο βαθύ, πιο σκληρό, πιο πολύπλοκο. Η προσωπογραφία χρειάζεται απλά τις σωστές πινελιές. Ωστόσο για να φιλοτεχνηθεί μια προσωπογραφία είναι απαραίτητο ο εικονιζόμενος σ αυτή να απομακρυνθεί από όλους και να μείνει μόνος: αυτό συμβαίνει και στην συγκεκριμένη περίπτωση κι αυτό είναι ένα μικρό πρόβλημα. Η ταινία έχει, όχι απλά ένα πρωταγωνιστή, αλλά ένα και μόνο άνθρωπο που ενδιαφέρει: όλοι οι υπόλοιποι είναι κομπάρσοι, κι αυτό, αν μη τι άλλο, είναι κομμάτι άδικο. Ο άρρωστος πρώην πρωθυπουργός Τσάμπερλέιν γίνεται καρικατούρα, ο φιλόδοξος Χάλιφαξ μοιάζει με τον Ιζνογκούντ, η γραμματέας του Τσώρτσιλ νομίζεις ότι είναι μια άψυχη κούκλα: απέναντι στον κυκλώνα που λέγεται Γκάρι Ολντμαν στέκεται μόνο η Κρίστιν Σκοτ Τόμας, που διεκδικεί το χώρο της, με την βρετανική της γοητεία. Στην προσωπογραφία ωστόσο, χώρος για δεύτερο δεν υπάρχει κι ο Ολντμαν αυτό το γνωρίζει: η ερμηνεία του δεν είναι συνταρακτική, ή δραματική, ή σπαρακτική – είναι, όπως ο Τσώρτσιλ, απλά σπάνια. Αν ο ίδιος ο Τσώρτσιλ έβλεπε τον Ολντμαν να τον υποδύεται, δίνοντας έμφαση στις υπερβολές που εν τέλει λάμπρυναν το ηγετικό του προφίλ, θα του ήταν ευγνώμων. Αν υποθέσουμε ο Τσώρτσιλ μπορούσε αυτό να το κάνει.

Απόλαυση για τους Αγγλόφιλους

Η ταινία είναι απολαυστική για όσους αγαπούν τους Αγγλους και διασκεδαστική, όσο μπορεί να είναι μια προσωπογραφία, για όλους τους υπόλοιπους. Αξίζει φυσικά να τη δεις για δυο λόγους: ο πρώτος είναι η ερμηνεία του Ολντμαν αναμφίβολα. Ο δεύτερος γιατί μπορεί να βοηθήσει όποιον δεν γνωρίζει τον Τσώρτσιλ να ψάξει και να μάθει πιο πολλά για αυτόν: θα ανακαλύψει, όχι απλά ένα πατριώτη, αλλά ένα ηγέτη – δηλαδή κάποιον που δεν φοβήθηκε να πιάσει το τιμόνι στην πιο σκοτεινή ώρα μιας Ευρώπης που βούλιαζε. Ισως το έκανε μεθυσμένος, ίσως παρακινημένος από την μεγαλομανία του, ίσως γιατί ένοιωσε πως απλά ήταν η στιγμή του. Σίγουρα, όμως, το έκανε με πατριωτικό καθήκον, υποσχόμενος σε ένα κόσμο που ήδη υπέφερε μόνο αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα. Ισως γιατί γνώριζε ότι η δύναμη να πεις την αλήθεια διαφοροποιεί τον ηγέτη από τον πολιτικάντη τσαρλατάνο.