Να δούμε λίγη μπάλα κύριε Οσκαρ

Να δούμε λίγη μπάλα κύριε Οσκαρ

Θα αφιερώσω ένα ακόμα σημείωμα στην ιστορία της αντικατάστασης του Τάκη Λεμονή, γιατί θα θελα να απαντήσω στα δεκάδες σχόλια που έγιναν χθες από φίλους: δεν ήταν δυνατόν να απαντήσω στον καθένα χωριστά. Θα απαντήσω επίσης στα κομμάτια που με αφορούν («στην κριτική της κριτικής», που λέει κι ένας φίλος) κι όχι σε όλα όσα αφορούν την ΠΑΕ, τον Μαρινάκη, τους συμβούλους του κτλ, για τα οποία δεν μου πέφτει λόγος. Κυρίως θα προσπαθήσω να κάνω κατανοητό ποια είναι η δική μου αντίληψη για τους προπονητές, τις δυνατότητες της προσφοράς τους, την χρησιμότητα του – κι αν ποτέ υποστηρίξω κάτι άλλο έχετε κάθε δικαίωμα να με κατηγορήσετε για «ανακολουθία», «κωλοτούμπες» και ό,τι άλλο νομίζετε.

Μια εκκρεμότητα  

Για να κλείσω, από την μεριά μου, μια εκκρεμότητα, ειδικά για την περίπτωση του Λεμονή, θέλω να πω ότι με αυτού του τύπου τους προπονητές υπάρχει πάντα ένα πρόβλημα: είναι δεδομένο πότε πρέπει να τους φέρεις σε μια ομάδα, αλλά δεν είναι ποτέ εύκολο να τους αντικαταστήσεις, ειδικά αν πολυκαιρίσουν. Τους φέρνεις όταν χρειάζεσαι κάποιον, που την ομάδα την γνωρίζει και καταλαβαίνει τις προτεραιότητες της. Ο Λεμονής ήρθε φέτος για να κάνει ο Ολυμπιακός πέντε κλειστά ματς στο Τσάμπιονς λιγκ και να γλυτώσει εξευτελισμούς: είναι αμφίβολο αν με ένα άλλο προπονητή, με τον Γκαρσία π.χ, θα έπαιζε τόσο κλειστά κόντρα στη Γιούβε, στη Μπάρτσα και στη Σπόρτινγκ, ενώ είναι βέβαιο ότι αυτό δεν θα το έκανε με τον Βαλβέρδε, τον Μίτσελ, τον Σίλβα κτλ. Χάρη στην παρουσία του Λεμονή, παιγνίδια που έγιναν στη λογική της αξιοπρεπούς ήττας συγχωρέθηκαν – κάποιος άλλος θα είχε μεγάλο πρόβλημα γκρίνιας και γιατί η ομάδα δεν πετάει στο ελληνικό πρωτάθλημα. Αυτή η συμπάθεια του κόσμου, όμως, την ίδια στιγμή περιορίζει και τις όποιες απαιτήσεις μπορεί να υπάρχουν από τον προπονητή: ό,τι και να γίνει ο κόσμος θα τον αγαπάει, όχι για όσα κάνει, αλλά για όσα έκανε. Αν αυτό οι παίκτες το καταλαβαίνουν και το σέβονται, πάει καλά. Αν, όμως, οι παίκτες δεν καταλαβαίνουν τους λόγους της λατρείας του προπονητή από τον κόσμο βλέπουμε τα φετινά, δηλαδή γκρίνια και μουρμούρα. Και στην περίπτωση του Λεμονή δεν είναι η πρώτη φορά που τα βλέπουμε: οι καυγάδες του με ξένους παίκτες, όπως με τον Ζιοβάνι πχ, ήταν στην ημερήσια διάταξη κάθε φορά που στον Ολυμπιακό δούλεψε – ακόμα κι όταν τα αποτελέσματα δεν ήταν άσχημα. Την πρώτη φορά, που ο Κόκκαλης τον απέλυσε, ήταν μετά από μια νίκη με την Καλλιθέα με 4-1.

 

Υποκριτικές και άλλες θέσεις

Αδικούν κατάφορα τον Λεμονή κυρίως όσοι λένε ότι έπρεπε να τελειώσει τη χρονιά, να πάρει το πρωτάθλημα και να φύγει μετά. Αν τελείωνε τη χρονιά και έπαιρνε και το πρωτάθλημα, γιατί να φύγει; Αυτή η θέση είναι απολύτως υποκριτική: όποιος την έχει, δεν εμπιστεύεται πραγματικά τον προπονητή, αλλά απλά πιστεύει πως ο Ολυμπιακός μπορεί να πάρει το πρωτάθλημα και χωρίς προπονητή! Δεν μπορεί. Κυρίως γιατί δεν έχει τις μονάδες που μπορούν να κάνουν αυτού του είδους τη διαφορά.

Μια δεύτερη θέση που ποικιλοτρόπως διατυπώθηκε είναι ότι υπήρξε αχαριστία. Ο Λεμονής έχει πάει τέσσερις φορές στον Ολυμπιακό – είναι δεκάδες οι παλιοί παίκτες του Ολυμπιακού, που θα ήθελαν η ομάδα να έχει φερθεί και στους ίδιους τόσο αχάριστα! Αλλά για μια στιγμή: από πότε η πρόσληψη ή η αντικατάσταση ενός προπονητή είναι θέμα «αχαριστίας» ή «ευγνωμοσύνης»; Τι είναι η θέση του προπονητή; Τιμητικό αξίωμα; Ας σοβαρευτούμε: κάποιος που κάνει αυτή τη δουλειά πρέπει να κρίνεται για τις δυνατότητες της προσφοράς του, τις διοικητικές του ικανότητες, τα αποτελέσματα του, το ποδόσφαιρο που η ομάδα παίζει. Το αν κάποιος είναι ή δεν είναι Ολυμπιακός αφορά τον ίδιο και μόνο: αλλιώς να ξηλώσουμε από την ιστορία του Ολυμπιακού και τον Πετρόπουλο, και τον Μπάγεβιτς και τον Ιβκοβιτς και τον Βαλβέρδε – κανένας τους δεν ήταν Ολυμπιακός εξ όσων θυμάμαι. Δεν μπορεί επίσης να είναι κριτήριο για ένα προπονητή το αν ο κόσμος ταυτίζεται μαζί του κτλ. Καλό είναι να σ’ αγαπούν, αλλά δεν σε πληρώνουν για αυτό – αν το κάνουν είναι λάθος. Σε πληρώνουν για να αξιοποιείς τους ποδοσφαιριστές, να φτιάξεις μια καλή ομάδα, να διαχειρίζεσαι καλά και τα αποδυτήρια και τον τριγύρω κόσμο τους. Οι ομάδες δεν είναι πολιτικές παρατάξεις για να προσλαμβάνουν προπονητές με διαδικασίες εκλογής από την βάση. Και, ειδικά στην περίπτωση του Ολυμπιακού, ευτυχώς θα έλεγα.

Η κατάρα της νοσταλγίας

Εν τέλει η ιστορία του Λεμονή, απλά βγάζει στην επιφάνεια τη δύναμη της κατάρας, που λέγεται νοσταλγία και από την οποία ο Ολυμπιακός πάσχει χρόνια τώρα. Τη δεκαετία του ’80 κάποιοι οπαδοί του (ευτυχώς ποτέ δεν είναι όλοι..) νοσταλγούσαν τον Ολυμπιακό του Γουλανδρή, που έβαζε 100 γκολ. Επρεπε να φτάσουν τα πέτρινα χρόνια για να αγαπηθεί πραγματικά η ομάδα του Νταϊφα, που πήρε πέντε πρωταθλήματα σε επτά χρόνια. Σήμερα κάποιοι νοσταλγούν τον Ολυμπιακό του Κόκκαλη – θεωρώντας τον Λεμονή μέρος του. Όλα αυτά είναι κατανοητά γιατί έτσι κάνουν πάντα οι οπαδοί: με τη βοήθεια του χρόνου που περνάει και σβήνει τα άσχημα, κρατάνε στο κεφάλι τους μόνο τα καλά και επειδή η όποια λογική περιορίζεται απλά στην ανάλυση της τωρινής πραγματικότητας, τα προηγούμενα γίνονται λαμπρά και υπέροχα. Ολες οι ομάδες του Ολυμπιακού που κέρδισαν τίτλους έγραψαν ιστορία, αλλά όλες είχαν και τις μαύρες σελίδες τους: συμβαίνει με όλες τις ελληνικές ομάδες. Ο Ολυμπιακός του Γουλανδρή δεν μπορούσε να περάσει δεύτερο γύρο στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Ο Ολυμπιακός του Νταϊφά σπανίως είχε ένα τουλάχιστον ξένο της προκοπής κι έχανε παίκτες από τον Βαρδινογιάννη. Ο Ολυμπιακός του Κόκκαλη έγραψε σειρά ολόκληρη από μαύρα ευρωπαϊκά ρεκόρ: πανηγυρίστηκε κάποτε το αυτονόητο, δηλαδή μια εκτός έδρας ευρωπαϊκή νίκη. Αλλά οι οπαδοί δεν πρέπει να σκέφτονται έτσι γιατί τη δύναμη να είναι οπαδοί την αντλούν και από την βεβαιότητα ότι αγαπούσαν ομάδες που άξιζαν πραγματικά πολύ: συμβαίνει με όλους τους οπαδούς του κόσμου κι όχι μόνο με τους οπαδούς των ποδοσφαιρικών ομάδων – στην πολιτική η λατρεία για το παρελθόν, με βάση επιλεκτικές μνήμες, είναι ακόμα μεγαλύτερη.

Αρκετά με το παρελθόν

Να με συγχωράτε, αλλά δεν λατρεύω τίποτα από το παρελθόν: πιο πολύ γελάω με όσα προηγήθηκαν, παρά βουρκώνω από συγκίνηση. Από το να γυρίζω προς τα πίσω και να ψάχνω τα σύμβολα και τα άγια δισκοπότηρα, προτιμώ να παραμυθιάζομαι ότι θα υπάρξει κάτι καλύτερο στο μέλλον. Στην συγκεκριμένη περίπτωση τα έχω δει τα όρια του Λεμονή, τα ξέρω. Ο Ολυμπιακός είναι τυχερός που έχει ένα στρατιώτη, που όποτε τον φωνάξουν γυρνάει, συνήθως γιατί δεν έχει να κάνει και κάτι άλλο: είναι τυχερός ο σύλλογος, γιατί ο άνθρωπος κάνει ό,τι μπορεί κι αυτό στο ποδόσφαιρό μας δεν είναι δεδομένο. Αλλά η δυνατότητα της προσφοράς του έχει πάντα όρια – είναι συγκεκριμένη κι εμένα δεν με ενθουσιάζει. Εγώ θέλω το χέρι του προπονητή να φαίνεται, η απαίτηση του να ξεπερνά την νίκη, το σχέδιο του να το βλέπω. Θέλω κάποιον που κάτι να φέρνει και κάτι να χτίζει: να αξιοποιεί και όχι να παγώνει το χρόνο. Να τον θυμάσαι για αυτό που έφτιαξε κι όχι γιατί είναι καλός Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός ή με τη Λίβερπουλ. Αυτά είναι δικά του θέματα.  

Θα τα καταφέρει ο Οσκαρ Γκαρσία; Μακάρι να ήξερα. Αλλά η ελπίδα μου είναι να φέρει καινούργια πράγματα, να διαλέξει καλούς παίκτες, να δημιουργήσει κι όχι να συντηρήσει. Θα του λεγα απλά ότι στην Ελλάδα έχουμε καιρό να δούμε καλή μπάλα κι αυτό περιμένουμε από δαύτον.

Για ποδόσφαιρο μιλάμε: αν δεν υπάρχει η δυνατότητα να ονειρεύεσαι, το πράγμα χάνει το ενδιαφέρον του…