Να τον κοπανάει η Λίλα με το τακούνι;

Να τον κοπανάει η Λίλα με το τακούνι;

Χθες το απόγευμα άρχισα να βομβαρδίζομαι με μηνύματα αγανάκτησης γιατί είπε κάτι στη Νova o Ζαμπούνης – πρώτα από όλα ευχαριστώ όσους νομίζουν ότι η Nova είναι δική μου και ότι έχω λόγο για όλα όσα εκεί συμβαίνουν: δεν μπορούσα να φανταστώ ότι με βλέπετε ως καναλάρχη. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ επίσης ότι ο Χρήστος Ζαμπούνης θα ξυπνούσε τόσα πάθη. Ο Ζαμπούνης ασχολείται συνήθως με δυο τομείς που στην Ελλάδα απασχολούν ελάχιστους: τους γαλαζοαίματους και το savoir vivre, δηλαδή την καλή συμπεριφορά. Κι όμως κατάφερε να κάνει έξω φρενών ένα σωρό ανθρώπους γιατί καλεσμένος σε μια εκπομπή της Nova είπε one air ένα γελοίο ποδοσφαιρικό σύνθημα – ένα από τα δεκάδες γελοία συνθήματα που ακούγονται στα γήπεδα. Θα έλεγα πως απλά είπε κάτι χωρίς να σκεφτεί την πιθανότητα να θίξει πολλούς από αυτούς που τον παρακολουθούσαν, αν δεν είχα την υποψία ότι το κανε επίτηδες γιατί γνωρίζει κάτι απλό: ότι ο κόσμος στην καφρίλα, όσο επιτηδευμένη κι αν είναι, τσιμπάει.

Δεν είναι τόσο συνηθισμένος οπαδός

Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Ο Ζαμπούνης έγραψε ένα βιβλίο για τον ΠΑΟΚ κι αυτό ήταν ο λόγος της παρουσίας του σε μια αθλητική εκπομπή στην οποία γίνονται Κυριακή απόγευμα χαλαρές συζητήσεις. Ένα βιβλίο για τον ΠΑΟΚ, τη χρονιά που η ομάδα γιορτάζει τα ενενηντάχρονά της είναι ένας λόγος πρόσκλησης του συγγραφέα του: δεν γράφονται δα και τόσα πολλά βιβλία για ποδοσφαιρικές ομάδες στην Ελλάδα. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας μάλιστα δεν είναι κι ο πιο συνηθισμένος οπαδός του ΠΑΟΚ – όλα μπορεί κανείς να τα φανταστεί για το Ζαμπούνη εκτός από το ότι είναι ΠΑΟΚτζής: αν δεν γνωρίζεις τη βορειοελλαδίτικη καταγωγή του ούτε καν το υποψιάζεσαι. Ο,τι ακολουθεί είναι απολύτως προβλεπόμενο και προβλέψιμο: σε μια συζήτηση που έχει να κάνει με τον ΠΑΟΚ είναι βέβαιο ότι θα μπει το θέμα της αντιπαλότητας με τον Ολυμπιακό και είναι σίγουρο ότι κάτι θα ακουστεί που θα κάνει ένα οπαδό του Ολυμπιακού να τσιτώσει. Οσο πιο άσχετος είναι μάλιστα με την βιτριολική ατμόσφαιρα των γηπέδων ο ομιλητής, τόσο πιο εύκολα θα πει κάποια κουταμάρα. Αν είναι υποψιασμένος ότι αυτή η κουταμάρα θα προκαλέσει και αντιδράσεις θα την πει σίγουρα. Αυτό έγινε και είναι αρκετά συνηθισμένο. Λιγότερο συνηθισμένη είναι η μαζικότητα της αντίδρασης και η έντασή της. Το λέω από καρδιάς σε όλους: παιδιά ηρεμήστε.

Όλα ολοένα και χειρότερα

Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ δυο πράγματα εκ διαμέτρου διαφορετικά: την αύξηση της χυδαιότητας και την πλειοδοσία στην αντίδραση. Κανονικά η χυδαιότητα θα πρεπε να είναι μικρότερη όταν υπάρχει επίγνωση της αντίδρασης, αλλά αυτό δεν συμβαίνει – ίσα ίσα βλέπουμε ακριβώς το αντίθετο: τα δυο να μεγαλώνουν σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Αν η χυδαιότητα αυξάνεται θεαματικά, και στα γήπεδα αλλά και γενικά στο δημόσιο λόγο, είναι γιατί εμείς οι ίδιοι την επιτρέπουμε. Με ένα ηλίθιο συνήθως σύνθημα όλοι γελάμε – μάλιστα όσο πιο ηλίθιο είναι τόσο περισσότερο γελάμε – με  μια όμως προϋπόθεση: να το λέει κάποιος που συμπαθούμε ή που εν πάση περιπτώσει ανεχόμαστε εξαιτίας της οπαδικής ή της ιδεολογικής του τοποθέτησης. Αυτή η ανοχή στη χυδαιότητα κάνει τη συνθηματολογία των γηπέδων πχ ολοένα και χειρότερη: από τις σεξουαλικές παραινέσεις περάσαμε πια σε ευχές για θανάτους, πυροβολισμούς, νεκρούς, αίμα γενικά. Στα γήπεδα ακούς παραινέσεις για σφαίρες στην καρδιά, αεροπλάνα να πέφτουν, θανάτους όλων κτλ. Πρόκειται για κακόγουστες αθλιότητες που απλά συνηθίζουν στον κόσμο στα χειρότερα: όχι τυχαία ένα σύνθημα που καλεί τον Μπιν Λάντεν να ρίξει ένα αεροπλάνο στο Καραϊσκάκη και να σκοτωθούν όλοι είπε κι ο Ζαμπούνης θεωρώντας το ευχάριστο και διασκεδαστικό. Μόνο που την ίδια στιγμή που αυξάνει η χυδαιότητα, αυξάνει και η αντίδραση: δεν γίναμε ξαφνικά πιο ανεκτικοί, ούτε αποκτήσαμε βρετανικό μαύρο χιούμορ, απλά όλοι γελάμε συνήθως μόνο με τα δικά μας αστεία: αυτά των άλλων μας θίγουν. Σωστά μας θίγουν, μόνο που το πρόβλημα μας θα πρεπε να είναι η γενικότερη κακογουστιά κι όχι ό,τι έχει στόχο τα νεύρα μας. Αλλωστε με τα νεύρα των άλλων παίζουν όλοι.

Πρόβλημα λίγο πολύ όλων

Χρησιμοποιώ επίτηδες το πρώτο πληθυντικό γιατί δεν είναι ζήτημα οπαδών του Ολυμπιακού, του ΠΑΟΚ, του Παναθηναϊκού, της ΑΕΚ, του οποιουδήποτε: είναι πρόβλημα λίγο πολύ όλων. Από τη στιγμή που χάθηκε και το μέτρο της χυδαιότητας και το φίλτρο της ανοχής το μόνο που αυξάνει είναι η βία – την προετοιμάζουμε στο κεφάλι μας, την εκφράζουμε αρχικά λεκτικά και στη συνέχεια είμαστε έτοιμοι, αν τύχει, και για τα χειρότερα. Δεν είναι προφανώς άλλοθι για τη βία η χυδαιότητα – αρκεί από μόνη της να σε κάνει έξω φρενών. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απλά ένα ωραίο φυτίλι: την πυριτιδαποθήκη της βίας την κουβαλάμε στο κεφάλι μας. Αν πχ δεν έλεγε ο Ζαμπούνης συνθήματα εναντίον του Ολυμπιακού και έλεγε κάποιος άλλος συνθήματα εναντίον του ΠΑΟΚ ή του ΠΑΟ ή της ΑΕΚ πάλι θα είχαμε τις ίδιες αντιδράσεις, απλά από άλλους. Κυκλοφορούμε όλοι με τα ζονάρια λυμένα ξεχνώντας ωστόσο ότι τη χυδαιότητα την έχουμε μέσα στο σπίτι μας: αν κάποιοι είναι πραγματικά ίδιοι σ αυτό τον κόσμο είναι οι χυδαίοι. Ισως και οι κατά περίσταση αγανακτισμένοι.

Μια τραγική συνέπεια

Ολο αυτό το σκηνικό έχει μια τραγική συνέπεια: διάφοροι πονηροί πουλάνε ή χυδαιότητα ή αγανάκτηση ή και χυδαιότητα και αγανάκτηση – δύο σε ένα νοικοκυρεμένα. Το πρόβλημα είναι ότι όλη αυτή η πραμάτεια αθλιότητας βρίσκει αγοραστές, διότι πρώτοι εμείς γουστάρουμε αυτού του είδους τους ρόλους: σήμερα οι χυδαίοι, που «τα λένε σταράτα, έξω από τα δόντια, καταγγέλλουν και δεν κωλώνουν» είναι της μόδας, σχεδόν όσο και οι κατ επάγγελμα αγανακτισμένοι που «ακούν το λαό, μιλάνε για χάρη του, ξέρουν τι περνάει, τον σέβονται» κτλ. Στην πραγματικότητα όλοι αυτοί θέλουν μόνο ένα πράγμα συνήθως: να χαϊδέψουν αυτιά ή να προκαλέσουν (συνήθως το ένα φέρνει το άλλο) για να κεφαλαιοποιήσουν όλη αυτή τη βία που παράγουν για ίδιο όφελος. Το μικρότερο όφελος είναι να σου κλείσουν το στόμα – το να τα λες και να τα γράφεις όπως τα θέλουν πχ είναι μια σημαντική νίκη. Ακόμα πιο μεγάλη είναι να σε κάνουν χυδαίο κι εσένα. Το πρόβλημα των χυδαίων δεν είναι η χυδαιότητα, είναι η απλή λογική, η νηφάλια προσέγγιση, η επιχειρηματολογία που βασίζεται σε γεγονότα και όχι σε συνθήματα, η ίδια η δημόσια συζήτηση που παράγει προβληματισμό. Σε ένα κόσμο με λιγότερη χυδαιότητα κανείς δεν θα πήγαινε σε μια τηλεοπτική εκπομπή να πει εμετικά οπαδικά συνθήματα πλασσάροντάς τα ως χαριτωμένα – ωστόσο αν αυτός ο κόσμος υπάρχει, δεν είναι ο κόσμος μας.

Δεν του χρειάζεται

Ειπώθηκαν πολλά και για τη συμπεριφορά των δημοσιογράφων που είχαν τον Ζαμπούνη καλεσμένο: τα παιδιά τον μεταχειρίστηκαν όπως μεταχειρίζονται τους πάντες Κυριακή μεσημέρι, δηλαδή ήρεμα και χαλαρά. Υποθέτω πως κάποιοι τηλεθεατές θα ήθελαν ν αρχίσουν να τον βρίζουν, να του ζητούν εξηγήσεις του τύπου «τι είναι αυτά που λες» ή θα θελαν να βγάλει η Λίλα το τακούνι και να του σπάσει το κεφάλι κτλ. Ευτυχώς που δεν έκαναν τίποτα από αυτά. Διότι θα του πρόσφεραν του πονηρού Ζαμπούνη το είδος της διαφήμισης που έψαχνε. Υποθέτω χάρη στις αντιδράσεις την βρήκε από αλλού, δεν του χρειάζεται κι άλλη…