Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Χάρρυ Κλυνν...

Ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Χάρρυ Κλυνν...

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να θυμάται όπως θέλει ένα άνθρωπο που φεύγει από τη ζωή κι εγώ τον Χάρρυ Κλυνν θα τον θυμάμαι όπως πιτσιρικάς τον γνώρισα: ως ένα πραγματικά ανεξήγητο φαινόμενο. Είναι φοβερά δύσκολο να εξηγήσεις το μέγεθος της επιτυχίας του σε ένα πιτσιρικά, που δεν έχει ζήσει την εποχή που αυτός πρωταγωνιστούσε. Δεν είχε υπάρξει τίποτα σαν αυτόν προηγουμένως και δεν θα υπάρξει κανείς που να του μοιάζει ποτέ ξανά. Γιατί ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης, ο άνθρωπος που ανακάλυψε τον Χάρρυ Κλυνν και που χθες έφυγε από τη ζωή στα 78 του χρόνια, άλλαξε τους κώδικες του χιούμορ στην Ελλάδα – κατά κάποιο τρόπο υπήρξε ο δημιουργός μιας νέας γλώσσας και ο εφευρέτης ενός πολυθεάματος που δεν υπήρχε προηγουμένως. Ισως κάποτε βγάλουμε καλύτερους κωμικούς, σίγουρα τέτοια περίπτωση ωστόσο δεν θα ξαναϋπάρξει: ο Κλυνν είναι παιδί της εποχής του – τον καθόρισε και την καθόρισε. Ο άνθρωπος που βρέθηκε στη σωστή εποχή για να βάλει σε αυτή τη σφραγίδα του. Μαζί του φεύγει και η ανάμνηση των 80ς που γίνονται σιγά σιγά κι αυτά ιστορία – ανάμεσα στην ανάμνηση και την ιστορία υπάρχει πάντα διαφορά.

Από τον Οικονομίδη στην Αμερική

Η επιτυχία του Τριανταφυλλίδη τη δεκαετία του ΄80 ξεκινά από μακριά. Θέλει να γίνει ηθοποιός και έχει συμμετοχή σε δυο ταινίες, «τα 201 Καναρίνια» και το «Γάμος αλά Ελληνικά» και σε αυτές βλέπεις ένα παιδί που μικρή σχέση έχει με την Ελλάδα της εποχής: ευτυχώς η κινηματογραφική περσόνα του δεν είναι καθόλου συνηθισμένη και για αυτό δεν αξιοποιείται – ο ίδιος γλυτώνει από την πιθανότητα να γίνει ένας ακόμα ηθοποιός του παλιού κινηματογράφου μας, που θα ‘παιζε πάντα τους ίδιους ρόλους. Τον υιοθετεί ο Γιώργος Οικονομίδης, που κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές αναζητώντας ταλέντα, και τον ξεχωρίζει. Ο Τριανταφυλλίδης παίρνει λίγη μυρωδιά από θέατρο, έχει παίξει στο σινεμά, κάνει τις πρώτες του εμφανίσεις του σε κέντρα, αναψυκτήρια και καμπαρέ – αλλά είναι υπερβολικά ανήσυχος για να μείνει στην Ελλάδα και πάει στον Καναδά και στις ΗΠΑ: νομίζω ότι κάπου εκεί αλλάζει η ζωή του. Μένει δέκα χρόνια, παντρεύεται και κάνει παιδιά κι όταν το 1974 επιστρέφει στην Ελλάδα ξέρει πια τι θέλει να κάνει. Στις πρώτες του εμφανίσεις στην Αθήνα ο κόσμος ανακαλύπτει κάτι που δεν έχει ξαναδεί: αυτό που οι Αμερικάνοι αποκαλούν Stand Up Comedy. Τραγουδάει, μιμείται, μιλά με τον κόσμο, χτίζει ένα μικρό κοινό – δεν είναι ακόμα ο Χάρρυ Κλυνν, αλλά έχει κλείσει το ραντεβού μαζί του.

Κάθε εμφάνιση είναι πολυθέαμα

Από το 1978 που βγάζει τον πρώτο του δίσκο, το «Για δέσιμο», μέχρι το 1993, που κάνει το τελευταίο του σόου στον Ant1 o Κλυνν ζει μια εκρηκτική δεκαπενταετία – ειδικά από το 1982 μέχρι το 1987 πρέπει να είναι ο δημοφιλέστερος Ελληνας καλλιτέχνης, μακράν του δεύτερου. Είναι απροσδιόριστος ο αριθμός των δίσκων που έχει πουλήσει, ενώ οι πειρατικές κασέτες με τα άλμπουμ του πρέπει να έχουν δώσει το δικαίωμα στους παραγωγούς τους να θησαυρίσουν. Ο Κλυνν κάνει κάτι πρωτοποριακό για την εποχή: δημιουργεί μια σειρά από χαρακτήρες που σχολιάζουν την ελληνική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Ο «Τραμπάκουλας» που μιλάει σαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και πάντα «βοσκάει τα πράγματα εδώια παραπέρα», ο «Ταξιτζής», ο «Λαλάκης», ο κριτικός των κριτικών Τέχνης, μετατρέπουν κάθε δισκογραφική δουλειά του σε γιγάντιο σουξέ και κάθε εμφάνισή του σε πολυθέαμα. Ο Κλυνν είναι μια σειρά από πρόσωπα – πολλοί στη συσκευασία του ενός. Είναι επίσης σπουδαίος μίμος, αθυρόστομος όσο πρέπει και καλός τραγουδιστής. Κι έχει την ικανότητα να σε κάνει να γελάς όχι μόνο με τις μιμήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου (με το αξέχαστο θα, θα, θα, θα, θα, θα κτλ), ή του Λεωνίδα Κύρκου (που καταγγέλλει την Κυβέρνηση γιατί παίρνει την κιλότα της αθώας νοικοκυράς), αλλά και με σκετς που στόχο έχουν τις δισκογραφικές εταιρίες (το «Αλογα θύματα, χέρια μαχαίρια» είναι αξεπέραστο) ή την έκφραση του πάθους ανάμεσα στην Κούλα και τον Χαράλαμπο, ενώ είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι τους.

Κομμένος από την ΕΡΤ

Πολλοί μπορούν να κάνουν την Ελλάδα να γελάσει, αλλά κανείς δεν θα την κάνει ποτέ να γελάσει με τα θέματα που ο Χάρρυ Κλύνν χρησιμοποιούσε κάνοντας την κάποτε να κλαίει από τα γέλια. Όταν το κοινό του είναι πλέον γιγάντιο και η αποδοχή του καθολική, ο Κλυνν τολμά να κάνει δυο ταινίες (το Αλαλούμ και το Μade in Greece) που είναι ό,τι πιο σουρεαλιστικό έχει γυριστεί ποτέ στην Ελλάδα – ίσως και μέχρι σήμερα. Αυτή η ακραία σουρεαλιστική ματιά του, μετατρέπει σε επιτυχίες ακόμα και τις διαφημίσεις της σοκοφρέτας, που όλη η Ελλάδα περιμένει, ή τις διαφημίσεις του περιοδικού Ταχυδρόμος – μιλάμε για έργα τέχνης. Η φήμη του στα 80’ς δυναμώνει κι άλλο εξαιτίας της ρήξης του με την ΕΡΤ. Γυρίζει μια εκπομπή η οποία κόβεται, δεν του δίνουν την δυνατότητα να κάνει άλλη και για να εμφανιστεί στην τηλεόραση πρέπει να τον επιβάλει ο Διονύσης Σαββόπουλος, που τον φέρνει καλεσμένο στην γνωστή εκπομπή του για το ελληνικό τραγούδι, παρόλο που η ηγεσία της ΕΡΤ του λέει ότι είναι καλύτερα να το καλοσκεφτεί. Ο Κλυνν πληρώνει τον γενικά αντιεξουσιαστικό του λόγο παραμένοντας κομμένος από την κρατική τηλεόραση και το κρατικό ραδιόφωνο τα χρόνια που μεσουρανούσε κι αυτό συμβάλει στην γιγάντια δημοφιλία του.

Η απώλεια του Κακουλίδη

Το δεύτερο εντυπωσιακό σε αυτή την απίθανη ιστορία είναι ο τρόπος που όλο αυτό ξεφουσκώνει. Όταν τα 80ς φεύγουν, έρχεται η ιδιωτική τηλεόραση κι ο Κλυνν δουλεύει για δαύτη. Δεν είναι πια ο ακριβοθώρητος αρτίστας, αλλά ένας τηλεοπτικός σταρ. Δεν βγάζει πια δίσκους κάθε δυο χρόνια, αλλά πρέπει να βρίσκει διασκεδαστικές ατάκες για τηλεοπτικά προγράμματα. Δεν έχει ένα ολόκληρο κόσμο που τρέχει πίσω του αναζητώντας τον έστω και στα διαφημιστικά σποτ, αλλά είναι αυτός που τρέχει πίσω από τον κόσμο, καμαρώνοντας αρχικά για τις μετρήσεις τις AGB κι αγωνιώντας για αυτές στη συνέχεια. Κάποια στιγμή νομίζω ότι ο Τριανταφυλλίδης και ο Κλυνν έμειναν μόνοι: οι συνεργασίες με τους αρχικούς κειμενογράφους σταμάτησαν και νομίζω η πιο μεγάλη απώλεια ήταν ο Γιάννης Κακουλίδης, που είχε μια καταπληκτική σατιρική πένα, αλλά και την γνώση του πολιτικού συστήματος από μέσα: ήταν υποψήφιος Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ ήδη το 1982. Χωρίς την υποστήριξη των κειμένων του ο Χάρρι Κλυνν γινόταν ολοένα και περισσότερο μια φιγούρα από το παρελθόν – ένα φαινόμενο των 80’s που πέρασε μαζί τους. Ο Τριανταφυλλίδης συνέχισε να έχει ένα δυναμικό κοινωνικό παρών: ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο, την αυτοδιοίκηση, την πολιτική, συνέχισε να δίνει παραστάσεις στο θέατρο και να κερδίζει και βραβεία της Ενωσης Θεατρικών Συγγραφέων, αλλά δεν ήταν πια ο Χάρρυ Κλυνν.

Αποθέωση και οδύνη

Ας αποχαιρετήσουμε με συμπάθεια τον Βασίλη Τριανταφυλλίδη. Πέρασε στη ζωή του πολλά. Δούλεψε σκληρά, μετανάστευσε στην Αμερική, γύρισε και πέτυχε στην Ελλάδα, τσακώθηκε με κόσμο για τις πολιτικές του ιδέες, έχασε το γιό του. Γνώρισε την αποθέωση και την οδύνη. Κυρίως του χρωστάμε την γνωριμία με τον Χάρρυ Κλυνν, που μας λείπει χρόνια τώρα. Εφυγε μαζί με τον Τραμπάκουλα, τον Ταξιτζή, τον Μπαράμπα un uomo simpatico – μαζί τους τραγουδά για την Ελλάδα την Χώρα του Πράσινου Ηλιου. Ποιος ξέρει που βρίσκεται…