Ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού του

Ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού του

 

Ο Παναθηναϊκός ολοκλήρωσε θεαματικά τις εκδηλώσεις για το αντίο του Δημήτρη Διαμαντίδη – λέω τις ολοκλήρωσε γιατί όπως ακριβώς ταίριαζε στον σπουδαίο μπασκετμπολίστα και αρχηγό του αυτές κράτησαν πολύ: σχεδόν ένα ολόκληρο χρόνο. Είναι δύσκολο να προσθέσεις κάτι στα πολλά που γράφτηκαν για τον Διαμαντίδη. Υπήρξε πολύ μεγάλος, πολύ σημαντικός, πολύ Παναθηναϊκός – ένας αληθινά εμβληματικός «παίκτης – σημαία» από αυτούς που ολοένα και λιγοστεύουν. Ως μεγάλος μαχητής και νικητής δεν ήταν άγιος εντός των παρκέ, αλλά ήταν αξιοζήλευτος και στο ελληνικό μπάσκετ ιστορικά απαραίτητος: ο μόνος που μπορεί να ισχυριστεί ότι παρέλαβε την ιστορική κληρονομιά του Παναγιώτη Γιαννάκη εξελίσσοντας το στυλ του πολυεπίπεδου παιγνιδιού του «Δράκου». Όμως το σπουδαίο στην περίπτωση είναι το μάθημα που έδωσε φεύγοντας ο άνθρωπος Διαμαντίδης – ένα μάθημα αθλητικής αξιοπρέπειας, σπάνιο στον καιρό που οι επαγγελματίες αθλητές είναι επιχειρήσεις. Ο Διαμαντίδης διάλεξε να φύγει νωρίς δείχνοντας εμπράκτως ότι η αξιοπρέπεια τον ενδιαφέρει πιο πολύ από τα συμβόλαια.  

Η απόλυτη αποδοχή

Για σκεφτείτε το λίγο. Ο Διαμαντίδης είχε εξασφαλίσει κάτι πολύ σπάνιο και φυσικά πολύ σπουδαίο: την απόλυτη αποδοχή εντός της οικογένειας του Παναθηναϊκού. Δεν είναι τόσο δεδομένο και δεν εξαρτάται πάντα και μόνο από την προσφορά ενός παίκτη: όταν οι παίκτες μεγαλώνουν και προσφέρουν λιγότερα από αυτά που ο κόσμος έχει συνηθίσει συχνά τους συνοδεύει κάμποση γκρίνια. Ο κόσμος συχνά δεν καταλαβαίνει την αλλαγή του παιγνιδιού ή του ρόλου τους. Πέρυσι εντός του Ολυμπιακού πχ υπήρχε κάμποση γκρίνια για τον Βασίλη Σπανούλη, για την υπερβολική κατά πολλούς κατοχή μπάλας που έκανε ή για το γεγονός ότι όλη η ομάδα έμοιαζε στημένη γύρω του. Για τον Διαμαντίδη αντιθέτως δεν ακούστηκε ποτέ το παραμικρό και αυτό θα συνεχιζόταν όσο καιρό ο ίδιος ήθελε να παίζει: η προσφορά του, η προσωπικότητα του, η πίστη του στον Παναθηναϊκό του εξασφάλισαν – και δικαίως – ένα είδος «αλάθητου». Κανείς εντός της οικογένειας του ΠΑΟ δεν θα τολμούσε να του προσάψει το παραμικρό: καμία κριτική δεν θα άγγιζε ποτέ τον Διαμαντίδη κι αυτό το είδαμε και τα δυο τελευταία χρόνια, όταν συνολικά η προσφορά του ήταν κατώτερη από αυτό που είχαμε συνηθίσει – πράγμα που ήταν απολύτως λογικό και που ήταν και ο λόγος που αποχώρησε. Ο Διαμαντίδης τα δυο τελευταία χρόνια στην Ευρωλίγκα έδινε λιγότερα στην ομάδα από παλιότερα λόγω κόπωσης – κυρίως στους τομείς που ήταν οι σπεσιαλιτέ του: πέρυσι είχε 109 ασίστ ενώ πριν από δυο χρόνια είχε 180. Είχε 20 κλεψίματα, ενώ πρόπερσι είχε 42. Είχε 61 ριμπάουντ ενώ συνήθως έκλινε χρονιές με πάνω από 85. Είχε το μικρότερο μέσο όρο πόντων, αλλά αυτό δεν ήταν τόσο πρόβλημα: διψήφιο μέσο όρο είχε τελευταία χρονιά το 2011. Ωστόσο έπαιζε πάντα πολύ, δεν κρυβόταν ποτέ από την ευθύνη και πρόσφερε μερικά high lights καριέρας, όπως το μεγάλο τρίποντο που έστειλε το ματς με τη Λαμποράλ στην παράταση, που έκανε τους πιστούς του να εξακολουθούν να τον θεωρούν θαυματοποιό.   

Θα του ήταν εύκολο

Νομίζω ότι όλοι οι ειδήμονες του αθλήματος συμφωνούν ότι ο τρόπος που αγωνιζόταν ο Διαμαντίδης θα του επέτρεπε να είναι εύκολα μεταξύ των διακριθέντων, αρκεί να μειωνόταν ο χρόνος της παρουσία του στο παρκέ. Η προσφορά του Διαμαντίδη δεν αφορούσε ποτέ μόνο το δημιουργικό κομμάτι του παιγνιδιού και δεν την μετρούσε ποτέ κανείς με πόντους, γιατί ήταν πάντα πολυεπίπεδη: αν ο Διαμαντίδης συνέχιζε ν αγωνίζεται, μειώνοντας το χρόνο της παρουσίας του στο παρκέ, δέκα δικά του ποιοτικά λεπτά θα χαρακτηρίζονταν υπερπολύτιμα, ακόμα κι αν στην στατιστική καταγράφονταν μόνο κλεψίματα και ριμπάουντ.  Είναι δεδομένο ότι κάθε φορά που ο αρχηγός του ΠΑΟ θα σηκωνόταν από τον πάγκο για να βοηθήσει, το κλειστό του ΟΑΚΑ θα έπαιρνε φωτιά κι αυτό στο μπάσκετ των λεπτομερειών του καιρού μας μόνο λίγο δεν είναι. Ενας άλλος στη θέση του θα πληρωνόταν για δυο χρόνια τουλάχιστον για να παίζει το ρόλο του Ελ Σιντ, που μεταξύ μας δεν είναι και δύσκολος. Ο Διαμαντίδης είχε το βάρος να ζητήσει ν αποκτηθεί ένας αμερικάνος που να παίζει τριάντα λεπτά, ώστε να του επιτρέπεται να κάνει για δέκα λεπτά το κομμάτι του: είμαι απολύτως βέβαιος ότι ένας άλλος θα το έκανε. Αλλά Διαμαντίδης είναι μόνο ένας.

Γιατί αποφάσισε να φύγει ο Διαμαντίδης; Γιατί δεν μπορούσε πια να κάνει όσα έκανε – κυρίως γιατί ως αυστηρός κριτής του εαυτού του έκρινε ότι δεν θα κάνει την παραμικρή έκπτωση στο παιγνίδι του: έφυγε για να παραμείνει συνεπής απέναντι στο μπάσκετ που του άρεσε και το οποίο έπαιξε μέχρι την τελευταία στιγμή που πατούσε το παρκέ – μην μπερδεύετε την αποτελεσματικότητα με τον τρόπο. Πίσω από το συνεσταλμένο χαρακτήρα του ο Διαμαντίδης έκρυβε ένα μεγάλο πρωταγωνιστή – το είδος του πρωταγωνιστή που δεν θα συμβιβαζόταν ποτέ να παίξει δεύτερους ρόλους. Πρόσφατα μιλούσα με τον Παναγιώτη Φασούλα για τις διαφορές του μπάσκετ του καιρού μας με το μπάσκετ της δεκαετίας του 80 και του 90. Ελεγα στον Πάνι ότι πλέον υπάρχει ανάγκη παικτών που έρχονται από τον πάγκο και δίνουν βοήθειες σημαντικές για πεντάλεπτα και ότι αυτό το συνεχές rotation στη διάρκεια των αγώνων είναι στα μάτια μου η μεγάλη διαφορά. Ο Φασούλας, άνθρωπος μπασκετικά σοφός, μου έλεγε ότι αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχουν πολλά παιδιά που ονειρεύονται να κάνουν καριέρα και να βγάλουν χρήματα παίζοντας λίγο – πράγμα που στον καιρό του ήταν ηθικά τουλάχιστον ανεπίτρεπτο, αφού ο ρόλος «ρολίστας» δεν ήταν ποτέ τίτλος τιμής. Σκεφτόμουν το αντίο του Διαμαντίδη και καταλάβαινα όλο και πιο πολύ αυτό που έλεγε ο Πάνι: οι ηγέτες παλιάς κοπής δεν σκέφτονται πως θα κολλήσουν ένσημα, η υστεροφημία τους είναι το ίδιο σημαντική με την καριέρα τους. Ο Διαμαντίδης αποφάσισε να σταματήσει για να τον θυμόμαστε όλοι για το μπάσκετ που έπαιζε κι όχι απλά και μόνο ως μεγάλο παίκτη. Μεγάλος θα ήταν είτε σταματούσε τώρα, είτε σε δυο χρόνια.

Συνεπής μέχρι το τέλος

Ο Διαμαντίδης υπήρξε συνεπής στην Τέχνη και στην περσόνα του μέχρι το τέλος. Επαιξε πάντα τον ίδιο ρόλο και τον έπαιξε άψογα – τον τίμησε και τον αγάπησε τόσο, ώστε δεν δέχτηκε να τον αλλάξει ποτέ του. Αποστρατεύτηκε στο πεδίο της μάχης, ως μαχητής, που γνώρισε θριάμβους αλλά και ήττες. Και έτσι θα τον θυμόμαστε όλοι: ως ένα σπουδαίο παίκτη που δεν κρύφτηκε ποτέ και που έφυγε μόλις ένοιωσε πως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στον ίδιο το μύθο του. Λένε πως οι αθλητές σταματάνε χωρίς να κοιτάζουν πίσω: ο Διαμαντίδης κοίταξε και είδε λάμψη πολύ. Κι από σεβασμό σε αυτή την λάμψη είπε αντίο…