Ο Στηβ και το τραγούδι της χοντρής

Ο Στηβ και το τραγούδι της χοντρής

Οποιος γνωρίζει λίγο τον Στηβ Γιατζόγλου δεν έπεσε από τα σύννεφα ούτε όταν διάβασε ότι πήγε σε εκδήλωση της Χρυσής Αυγής, ούτε όταν τον άκουσε να εξηγεί τη θέση του μιλώντας στο Sport Fm.

Όλα on character

Ο Γιατζόγλου υπήρξε μεγάλος μπασκετμπολίστας και είναι ένας καλός προπονητής, ένας από αυτούς που δεν φοβούνται ν αναλάβουν αποστολές δύσκολες. Πιστεύει πως ότι κέρδισε στη ζωή του το πέτυχε παλεύοντας και πιθανότατα να αισθάνεται και λίγη πίκρα γιατί ως προπονητής πήρε λιγότερες ευκαιρίες από όσες άξιζε. Η κοινωνική του προέλευση, η επαγγελματική του επιτυχία, η δεδομένη αγάπη του για την Ελλάδα και η ανησυχία του για την πορεία της Αμερικής, αλλά και η ανάγκη του να βρει εύκολες απαντήσεις τον οδηγούν προς τα δεξιά. Επειδή φανερά κουβαλάει στο κεφάλι του κάμποσο αμερικάνικο αντισυστημισμό, από αυτόν που πουλάει ο Ντόναλντ Τραμπ, του είναι μάλλον εύκολο να καταλήξει στη Χρυσή Αυγή, που για αυτόν είναι μια εκτός συστήματος δεξιά παράταξη. Αν στην ιστορία αυτή υπάρχει μια έκπληξη είναι ότι ο φασιστικός και μισαλλόδοξος λόγος του Μιχαλολιάκου και των υπόλοιπων δεν συνάδει με τη γενικότερα κοσμοπολίτικη ζωή του Γιατζόγλου, που, μοιάζει να το έχει ξεχάσει, αλλά παιδί μεταναστών υπήρξε κι ο ίδιος. Όμως από την άλλη, αυτοί που ψηφίζουν Χρυσή Αυγή δεν έρχονται από τον πλανήτη Αρη: ζουν ανάμεσά μας. Μπορεί να έχουν χιούμορ, να διηγούνται ωραίες ιστορίες, να μας διασκεδάζουν, να είναι φίλοι μας και συγχρόνως να έλκονται από τα φανατικά κηρύγματα όσων διεκδικούν την κληρονομιά των εθνικοσοσιαλιστών του Χίτλερ. Το γιατί συμβαίνει αυτό νομίζω πως έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις θέσεις του Γιατζόγλου.

Η λάθος προσέγγιση

Οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής αντιμετωπίστηκαν μέχρι τώρα με δυο διαφορετικούς τρόπους, κατά τη γνώμη εξίσου λανθασμένους. Κάποιοι τους αντιμετωπίζουν με οργή και απαντάν με μίσος στις μισαλλόδοξες θέσεις τους – χθες το twitter πχ γέμισε με τόσα σχόλια οργής για τον Γιατζόγλου σε έκαναν να αναρωτιέσαι αν αυτοί που τα γράφουν είναι ψυχικά διαταραγμένοι: το λιγότερο που του έγραψαν είναι ότι πρέπει να τον κρεμάσουν. Αυτή η αντιμετώπιση μετατρέπει την πολιτική σε ένα χουλιγκάνικο πάρτι ακραίων, όπου το τι λέγεται δεν έχει καμία σημασία και το μόνο που μετρά είναι πότε θα βρεθεί το κουράγιο να πάρουν όλοι τα όπλα για να λύσουν τους λογαριασμούς τους. Φυσικά η κατάληξη αυτών των αλαλαγμών στο τέλος μεγαλώνει τη Χρυσή Αυγή, αφού απλά τσιμεντώνει τα φρονήματα των υποστηρικτών της: απλά οι αλαλαγμοί δυναμώνουν το φρόνημα και των ακραίων της άλλης πλευράς – ίσως μάλιστα να ακούγονται μόνο για αυτό. Ο άλλος τρόπος, εξίσου λανθασμένος, είναι η αντιμετώπιση των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής ως παραστρατημένα παιδιά, που χρειάζονται απλά τη στοργή μας για να ξαναβρούν το δρόμο τους. Δεν υπάρχουν ούτε παραστρατημένοι, ούτε κακόμοιροι που χρειάζονται συμπόνοια, ούτε αφελείς: όλοι ξέρουν τι κάνουν και ποιους υποστηρίζουν. Χρειάζεται απλά πολιτική και κοινωνική προσοχή για να μην πληθύνουν κι άλλο γιατί θα φτάσουμε σε εθνικές περιπέτειες φριχτά επικίνδυνες.

Ένα καλό παράδειγμα

Υπο αυτό το πρίσμα η περίπτωση του συμπαθητικού Γιατζόγλου είναι ένα καλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό πως φτάσαμε ως εδώ. Ο Γιατζόγλου έχει όλο το μπακ ράουντ για να μην είναι φασίστας – όσες δυσκολίες κι αν η ελληνική κρίση του έχει δημιουργήσει. Είναι γιός μεταναστών και για να πετύχει μετανάστευσε και ο ίδιος – το χει κάνει μάλιστα κάμποσες φορές, αφού δούλεψε μέχρι και στην Κορέα. Η δική του επιτυχία είναι η απόδειξη πως το μεταναστευτικό πχ δεν αντιμετωπίζεται με πογκρόμ: αν στις ΗΠΑ υπήρχε φασισμός η οικογένεια του Γιατζόγλου, μάλλον δεν θα πατούσε εκεί το πόδι της. Ως προπονητής δουλεύει με παιδιά και διδάσκει αξίες: δεν νομίζω να λέει στους παίκτες του ότι οι έλληνες είναι ανώτεροι από τους ξένους. Δεν ανήκει επίσης σε κάποια περιθωριακή κοινωνική ομάδα. Αν αγκαλιάζει το Μιχαλολιάκο είναι γιατί η όποια οργή του, (δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη έχει πραγματικά μικρή σημασία), αναζητά πολιτική έκφραση. Για να το γενικεύσω είναι γιατί μετά το 2009 στην Ελλάδα υπήρξαν συγκεκριμένοι πολιτικοί χώροι που έπεισαν, ακόμα και ανθρώπους που η κρίση τους άγγιξε ελάχιστα, ότι πολιτική είναι η έκφραση της οργής, η ενοχοποίηση της λογικής, η περιφρόνηση της δημοκρατικής συμπεριφοράς, η ίδια η έκπτωση του πολιτικού λόγου. Στη χώρα στην οποία η αγανάκτηση πωλήθηκε ως πολιτική στάση, είχαμε για χρόνια κυρίως παραγωγή πολιτικής ακρότητας, δηλαδή κόσμο που θέλει να δει κρεμάλες και μιλάει το ίδιο εύκολα για Ναζί όσο και για γερμανοτσολιάδες, προδότες και προσκυνημένους. Αυτός ο λόγος, μισαλλόδοξος και επιθετικός, πάντα λαϊκίστικος και ανεύθυνος, γέννησε αριστεροδέξια κινήματα πολιτών που κραύγαζαν, που έδερναν, που επιτίθονταν σε πολιτικούς ή άλλους εκφραστές του συστήματος: προφανώς όλο αυτό το πανηγύρι του μίσους για το οποίο αυτοκριτική από οποιονδήποτε μη φασίστα δεν υπήρξε, δημιουργεί φαινόμενα τύπου Γιατζόγλου, δηλαδή ανθρώπους που στη λογική του «αγαπάω την πατρίδα μου και μισώ όσους την κατέστρεψαν», αγκαλιάζουν το πολιτικό σκοτάδι νομίζοντας ότι τιμωρούν το σύστημα. Η τιμωρία του συστήματος στο χρηματιστήριο των διαλυμένων αξιών έγινε μετά το 2010 η καλύτερη επένδυση: αυτή έφερε την Χρυσή Αυγή από το ανύπαρκτο 0,3% στο σημερινό 7%, αλλά και το ΣΥΡΙΖΑ των κινημάτων και των υποσχέσων στην εξουσία. Οποιος οργή εμπορεύτηκε βρήκε ακροατήριο και μια ευθύνη φυσικά για αυτή την οργή την έχουν και όσοι την φούσκωσαν. Αν δεν φροντίσουμε να ξεφουσκώσει, δεν θα γλυτώσει κανείς.

Η σιωπή ως μόδα

Χθες βράδυ έλεγα σε φίλους ότι θέλω να γράψω κάτι για το Γιατζόγλου, του οποίου οι μπασκετικές ιστορίες πάντα θα με διασκεδάζουν. Μου είπαν όλοι «άστο μη μπλέκεις». Η νέα μόδα είναι η σιωπή: υπάρχει κόσμος που πιστεύει πως είναι λύση να φύγουμε από το γήπεδο και να αφήσουμε τους ακραίους να σκοτωθούνε. Δεν το πιστεύω, κυρίως γιατί όσοι νοσταλγούμε την πολιτική που βασίζεται στο σεβασμό της δημοκρατίας και στην δημοκρατική συμπεριφορά είμαστε πολλοί περισσότεροι. Δεν το πιστεύω επίσης γιατί ακούγοντας το Γιατζόγλου διέκρινα, εκτός από την σύγχυσή του και την αμηχανία του – κι αυτό είναι παρήγορο, όχι για τον ίδιο, αλλά γενικότερα. Οταν του είπαν τις θέσεις της Χρυσής Αυγής για τον Αντετοκούνμπο τα έχασε κι άρχισε να μιλάει κι αυτός για αυτούς που αυτοκτονούν, (λες και στη Σουηδία πχ δεν αυτοκτονούν…), για τις γερμανικές αποζημιώσεις που θα μας δώσει το δικαστήριο της Χάγης (!), για τα σαράντα μνημόνια που κάποιοι υπέγραψαν κτλ. Όταν η συζήτηση φεύγει από την συνθηματοποίηση της οργής και περνά στο πεδίο της πολιτικής, πλέον φθίνει: βοήθησε και η σημερινή κυβέρνηση με τα γελοία της δημοψηφίσματα και τις κωλοτούμπες της να γίνει κατανοητό ότι η πολιτικοποίηση της μισαλλοδοξίας μπορεί να φέρει ψήφους, αλλά παράγει μόνο αδιέξοδα. Το ταβάνι της Χρυσής Αυγής είναι η ίδια η οργή που την φούσκωσε: αν σβήσει, θα σβήσει κι αυτή.

Ο Γιατζόγλου δεν χρειάζεται να απολογείται για όσα κάνει: το αλαλούμ των εξηγήσεων που έδωσε είναι χρήσιμο. Οσοι γελούσαμε με τις ιστορίες του, θα γελάμε και με τις πολιτικές του ιδέες. Αυτή τη φορά ήταν αυτός η χοντρή που τραγούδησε.