Ο Χιονάνθρωπος που έλιωσε

Ο Χιονάνθρωπος που έλιωσε

Οι φανατικοί του Γιο Νέσμπο περίμεναν την μεταφορά του «Χιονάνθρωπου» στο σινεμά χρόνια τώρα: έχουν περάσει τουλάχιστον πέντε από τότε που ο ίδιος ο συγγραφέας ανήγγειλε ότι για την κινηματογραφική μεταφορά του πιο γνωστού του best seller έχει ενδιαφερθεί ο Μάρτιν Σκορσέζε προσωπικά. Νομίζω πως η προσμονή δεν είχε να κάνει τόσο με την λαχτάρα τους να δουν ένα αγαπημένο βιβλίο τους να αποκτά εικονογράφηση, όσο με την περιέργεια να διαπιστώσουν ποιοι ηθοποιοί θα δώσουν ζωή στους ήρωες του μυθιστορήματος και πόσο κοντά θα είναι αυτοί σε ό,τι έχουν πλάσει με την φαντασία τους. Αυτό βρίσκω ότι είναι το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του «Χιονάνθρωπου», που, πριν έρθει ο χειμώνας, προβάλλεται από την Πέμπτη στις αίθουσες.

Ο Σκορτσέζε ενθουσιάστηκε και απόρησε

Το έγραφα και τις προάλλες, όταν είχαν κάνει μια αναφορά στο «ΙΤ» του Στίβεν Κινγκ που εφιαλτικά ξαναζωντάνεψε. Όταν ένα βιβλίο πέφτει στα χέρια ενός σκηνοθέτη, η πιστότητα της  μεταφοράς της ιστορίας που εμπεριέχει συνήθως εξαρτάται από το πόσο μεγάλος είναι ο σκηνοθέτης, που αναλαμβάνει την δουλειά: αν νοιώθει σημαντικότερος από τον συγγραφέα, την έμπνευση του οποίου δανείζεται, η ταινία συνήθως είναι ολότελα διαφορετική από το βιβλίο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Τόμας Αλφρεντσον, μετά από δυο μεγάλες επιτυχίες («Ασε το κακό να μπει» και «Ο κλήρος έπεσε στο Σμάιλι») νοιώθει σίγουρα σημαντικός, αλλά αυτός που χωρίς αμφιβολία αισθάνεται ότι είναι ένας μικρός Θεός είναι ο Σκορσέζε, που έχει το ρόλο του «εκτελεστικού παραγωγού». Ο Σκορσέζε έχει δηλώσει φανατικός οπαδός του Νέσμπο, αλλά είναι το είδος του φανατικού οπαδού, που έχει άποψη για όλα – περίπου όπως οι ποδοσφαιρόφιλοι για τις ομάδες τους. Η εντύπωση που είχα βλέποντας την ταινία είναι ότι ο παραγωγός της αντιμετωπίζει το φαινόμενο «Νορβηγός συγγραφέας» με μια περιέργεια – του μοιάζει παράδοξο ότι η Νορβηγία μπορεί να έχει κάποιον που να κάνει τόσο μεγάλο σουξέ. Κι έτσι στην ταινία υπάρχει πάρα πολύ από Νορβηγία. Και πολύ λίγο από Νέσμπο.

Τέσσερις εναντίον ενός

Ο Αλφρεντσον λογικά μοιάζει να ενδιαφέρεται πιο πολύ για τα θέλω του παραγωγού από ό,τι για το βιβλίο. Δουλεύει με τέσσερις (!) σεναριογράφους – φίρμες που έπρεπε να τα βάλουν με τον Νέσμπο, μόνο που αυτό δεν αποδεικνύεται εύκολο. Ο Μάθιου Μάικλ Κάρναχαν («Παγκόσμιος Πόλεμος Ζ»), που έχει την συνολική επίβλεψη, ο Χοσεΐν Αμίνι («Drive»), ο Πίτερ Στρον (που έχει διασκευάσει για τον Αλφρεδσον το «Και ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι») και ο Σέρεν Σβέιστρουπ (ο άνθρωπος που μας έδωσε το «The killing») θέλουν να δείξουν ότι είναι καλύτεροι από τον Νέσμπο βάζοντας στην ιστορία δικές τους πινελιές: πρώτα από όλα αλλάζουν την εισαγωγική σκηνή της. Από το βιβλίο κρατάνε απλά τους ήρωες (καλούς και κακούς), κάποια από τα επεισόδια της ιστορίας (ούτε καν όλα…) και όλους τους τόπους στους οποίους η ιστορία εξελίσσεται: στην ταινία η Νορβηγία, δηλαδή το Οσλο και το Μπέργκεν, έχουν μεγαλύτερο ρόλο από το βιβλίο του Νέσμπο. Ολα εξελίσσονται σε μια κατάλευκη από χιόνι χώρα, οργανωμένη, πεντακάθαρη, σχεδόν αποστειρωμένη, όπου εγκλήματα δεν μπορεί να υπάρχουν - «πόσες δολοφονίες νομίζεις ότι έχουμε στο Οσλο;» ρωτάει κάποια στιγμή επιτιμητικά τον Χάρι Χόλε ο προϊστάμενός του για να δικαιολογηθεί για κάποια λάθη. Αυτή (θα πρεπε να) είναι η πιο ιντριγκαδόρικη πλευρά της ταινίας, δηλαδή το contrast ανάμεσα στην ασπρίλα του τοπίου και στην μαυρίλα των ηρώων – καλών και κακών: σε ένα χειμωνιάτικο αρμονικό και συγχρόνως επικίνδυνο περιβάλλον (θα πρεπε να) εξελίσσονται ιστορίες νοσηρότητας που δεν περιμένεις να συμβούν εκεί. Η Νορβηγία, καθαρή, οργανωμένη, ηθικά απελευθερωμένη (θα πρεπε να) λειτουργεί ως ένα χαλί πολυτελείας, κάτω από το οποίο υπάρχουν ψυχάκηδες, αλκοολικοί αστυνομικοί, διεστραμμένοι λεφτάδες και άνθρωποι επικίνδυνα κολλημένοι με το παρελθόν. Αυτή η αντίθεση, τονισμένη κι από μια μουσική που στην ταινία υπάρχει (ή καλύτερα πέφτει;) διαρκώς σαν ένα είδος χιονόπτωσης, (θα πρεπε να) απογειώνει την πλοκή. Λίγα ολοκληρώνονται γιατί δεν αρκούν οι καλύτερες προθέσεις για να τα καταφέρει κανείς.  

Όλα στο ημίφως ως συνήθως

Αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το βιβλίο και δει την ταινία έχει διάφορα να χαρεί – αλλά σχετικά λίγα. Ο κακός είναι ένας Σκανδιναβός κακός: δουλεύει με σειρά, έχει εργαλεία σαν καλός τεχνίτης, σκοτώνει μεθοδικά – είναι ένας εξαιρετικός εκπρόσωπος της οργανωμένης χώρας στην οποία ζει. Οι σκηνές των εγκλημάτων δεν είναι απρόσμενες, αλλά είναι καλοστημένες. Η φωτογραφία έχει ακριβώς αυτό το παράξενο ημίφως που έχουμε δει στις πιο πολλές ταινίες που έχουν γυριστεί σε αυτά τα μέρη – στο «Insomnia», στο «Κορίτσι με το τατουάζ» κτλ. Οι ερμηνείες είναι επίπεδες – σου μένει στο τέλος κυρίως η εικόνα ενός σοκαριστικά γερασμένου Βαν Κίλμερ, που από τις πολλές πλαστικές θυμίζει κάτι Ελληνίδες ηθοποιούς σαν τις αδερφές Καλουτά, όταν είχαν περάσει τα ‘70. Ο Αλφρεδσον είναι από τους τύπους που ξέρουν τη δουλειά και κατορθώνει να στήσει κάμποσες δυνατές σκηνές καρτποσταλικού τρόμου. Προσπαθεί να αναδείξει κάποιες επιβλητικές εικόνες του βιβλίου, αλλά το πρόβλημα είναι η σεναριακή μετατροπή του: τα περιστατικά και οι χώροι, που εξελίσσονται, μοιάζουν σημαντικότερα από τους ανθρώπους και υπάρχει ένα άγχος στην αφήγηση- από την άλλη πώς να χωρέσεις σε εκατό λεπτά τις πεντακόσιες σελίδες του βιβλίου;  

Η υπόθεση έχει τις ανατροπές της – δεν πλήττεις. Αλλά είναι και δύσκολο να ενθουσιαστείς γιατί κάτι δεν λειτουργεί: από το άγχος τους να δείξουν πολλά, οι σεναριογράφοι αδίκησαν τους ήρωες – όλοι σχεδόν είναι καρικατούρες χωρίς ψυχοσύνθεση, ενώ κάποιες ψυχαναλυτικές πινελιές που πρόσθεσαν (για το ζήτημα της πατρότητας π.χ) είναι επιπέδου Αρλεκιν. Συμβαίνει τελικά το αντίθετο από ό,τι στα βιβλία του Νέσμπο: θα τους ξεχάσεις όλους πολύ γρήγορα. Τι μένει; Η όρεξη που σου δημιουργεί η ταινία να πας στο Μπέργκεν π.χ. Σου μοιάζει ταξίδι ζωής, μια πόλη σχεδόν ζεστή. Ενώ είναι δεδομένο πως το κρύο του πρέπει να είναι ανυπόφορο.

Μα είναι δυνατόν;

Στα δικά μας τώρα. Εμείς οι μανιακοί του Νέσμπο που έχουμε διαβάσει το βιβλίο θα προσπαθήσουμε να πείσουμε όσους δεν το έχουν διαβάσει να το διαβάσουν, για να καταλάβουν γιατί θεωρείται σπουδαίο: θα πούμε στους άλλους που δεν τα έχουν διαβάσει ότι είδαν μια ταινία για εγκλήματα που διαδραματίζονται στη Νορβηγία, όχι τον «Χιονάνθρωπο» - ο «Χιονάνθρωπος» έχει λιώσει στην εισαγωγική σκηνή. Νομίζω θα βρούμε αρκετά καλή την επιλογή του Μάικλ Φασμπέντερ στο ρόλο του Χάρι Χόλε: αν δεν αποδόθηκε σε βάθος η σύνθετη προσωπικότητα του αλκοολικού καψούρη ντέντεκτιβ δεν φταίει ο καλός ηθοποιός. Επίσης η δική μου εντύπωση είναι ότι η Ρεμπέκα Φέργκιουσον είναι η Κατρίν Μπρατ – ακόμα κι αν δεν το ξέρει. O Μάικλ Γέιτς είναι ένας συμπαθητικός Ολεγκ, αν και τον περίμενα ξανθό. Όμως το απόλυτο λάθος είναι η επιλογή της Σαρλότ Γκενσμπούργκ για το ρόλο της Ρακέλ. Σιγά μην μεγαλώσαμε τον Χάρι Χόλε για να κολλήσει με δαύτη…