Ολα απο πριν γραμμένα

Ολα απο πριν γραμμένα

 

Ενώ, όποιος ασχολείται κι αγαπάει τα αθλητικά παρακολουθεί τους Ολυμπιακούς του Ρίο που σιγά σιγά τελειώνουν, τρεις ελληνικές ομάδες μπαίνουν στη μάχη των προκριματικών με σκοπό μια θέση στους ομίλους του Γιουρόπα λιγκ, που παραδόξως συχνά σνομπάρουν, ενώ είναι η μόνη ποδοσφαιρική διοργάνωση, στην οποία ελληνική ομάδα μπορεί να ονειρεύεται επιτυχία. Και οι τρεις ομάδες έχουν εύκολους σχετικά αντιπάλους – αν υπάρχουν τέτοιοι για τις δικές μας. Ο ΠΑΟΚ παίζει στην Τιφλίδα με την τοπική Δυναμό που είναι η μόνη σοβαρή ομάδα της περιοχής, αλλά στα προκριματικά του Τσάμπιονς λιγκ, αποκλείστηκε χωρίς να βάλει γκολ σε δυο αγώνες στη Δυναμό Ζάγκρεπ. Ο ΠΑΟ περιμένει στη Λεωφόρο την δανέζικη Μπρόντμπι, που πέρυσι από τον ΠΑΟΚ δέχτηκε πέντε γκολ στην Τούμπα – πόσο καλύτερη μπορεί να είναι, δεδομένο ότι ως σκανδιναβική ομάδα έχει κάνει ελάχιστες μεταγραφές; Πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση αυτή του Ολυμπιακού – όχι γιατί η πορτογαλική Αρούκα είναι μεγαθήριο, αλλά γιατί αποκλείεται να είναι χειρότερη από τη Χάποελ Μπερ Σεβά. Σίγουρα παίζει ρόλο ότι ο Ολυμπιακός έχει και καινούργιο προπονητή, τον Πορτογάλο Πάουλο Μπέντο, ο οποίος ως συνήθως θα κριθεί στην Ελλάδα σε χρόνο ρεκόρ και ανάλογα με το αποτέλεσμα. Αν πάρει την πρόκριση θα κερδίσει τον τίτλο του θαυματοποιού που ήρθε από το πουθενά, του αναμορφωτή που άλλαξε τη μοίρα της ομάδας, του μεγάλου μάγκα που αποδείχτηκε η λύση: συνήθως στις νίκες κάτι τέτοια γράφουμε. Πιο ωραία είναι όμως τα κείμενα για τις ήττες, τα οποία είναι ήδη γραμμένα.     

 

Μόνο τέτοια καταλαβαίνει

Δεν είναι ελληνικό φαινόμενο: η κριτική που γίνεται στους προπονητές σε όλο τον κόσμο είναι απολύτως όμοια – συνήθως, οι δημοσιογράφοι αποκαλούμε κριτική μια συρραφή από κλισέ που τα σερβίρουμε, αφού τα βγάλουμε από το ψυγείο και τα ζεστάνουμε, πιστεύοντας πως ο κόσμος μόνο τέτοια καταλαβαίνει. Τα κείμενα με τις κατηγορίες εναντίον των προπονητών είναι η απόδειξη ότι η γλώσσα του ποδοσφαίρου είναι παγκόσμια: απλά στην Ελλάδα αργήσαμε και να τη μάθουμε. Παλιά – πάντοτε εκ του αποτελέσματος -  έλεγαν ότι ο προπονητής πρέπει να αλλάξει γιατί κάνει λάθος στη σύνθεση της ενδεκάδας, τσακώνεται με τις βεντέτες, είναι ηττοπαθής, δεν δίνει ευκαιρίες σε όλους κτλ κτλ. Με τον καιρό, επειδή μάθαμε να πουλάμε το ποδόσφαιρο ως κάτι πιο σύνθετο, προκύψανε νέες κατηγορίες για τους προπονητές, σοβαροφανείς αλλά πάντα κλισαρισμένες – συνήθως όσο και οι έπαινοι που τους απευθύνουμε. Ετσι κι αλλιώς, όταν η ομάδα δεν έχει τα αποτελέσματα που θέλει «ο προπονητής είναι ο πρώτος που φταίει» – να το το κλισεδάκι. Το ότι τον χρησιμοποιούν «για να του φορτώσουν ήττες» είναι το κλισέ αυτών που τον προπονητή τον υπερασπίζονται – κυρίως γιατί ελπίζουν στην καταστροφή της ομάδας που προπονεί.

Δεν υπάρχει τίποτα ευκολότερο

Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από το να κατηγορείς ένα προπονητή, αν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Αν ο προπονητής διδάσκει ένα συγκεκριμένο σύστημα είναι «κολλημένος, ξεροκέφαλος και δεν είναι καλός στρατηγός γιατί δεν κοιτάζει τι κάνει ο αντίπαλος». Αν δεν έχει ένα και μόνο αγαπημένο σύστημα και η ομάδα προσαρμόζεται στον αντίπαλο,  τότε «η ομάδα του δεν έχει κανενός είδους οργανωμένο παιχνίδι», ο ίδιος είναι καιροσκόπος, επιδειξίας και παρουσιάζει ομάδες φτιαγμένες από παίκτες που μπαίνουν μέσα στο γήπεδο και δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, αφού τους ζητάει κάθε φορά διαφορετικά πράγματα.

Αν ο προπονητής έχει κερδίσει πολλούς τίτλους στην καριέρα του τότε είναι κορεσμένος, κουρασμένος και δεν έχει φιλοδοξίες. Αν είναι νέος ή δεν έχει κερδίσει τίτλους είναι άπειρος, κάνει πειράματα πάνω στην ομάδα και μαθαίνει σε βάρος των παικτών, των οπαδών και των παραγόντων. Αν έχει απολυθεί ή έχει φύγει από ομάδα για να ρθει στη δική μας είναι ύποπτο γιατί «έμεινε χωρίς δουλειά και κάτι σημαίνει». Αν ο προπονητής κάνει σκληρή προπόνηση, τότε είναι ένας δυνάστης, που «δεν έχει καταλάβει που βρίσκεται» και δεν κάνει τίποτα για να προσεγγίσει τους παίκτες. Αν δεν κάνει σκληρή προπόνηση, τότε η ομάδα έχει γίνει τσίρκο, οι παίκτες του έχουν πάρει τον αέρα και στις προπονήσεις όλα θυμίζουν παιδική χαρά: κι ας μην τις βλέπει κανείς.

Αν ο προπονητής είναι αυστηρός και λάτρης της πειθαρχίας τότε «βάζει το εγώ του παραπάνω από τους παίκτες», είναι «ψυχρός και απόμακρος» και δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τις βεντέτες: για την ακρίβεια λέμε ότι «δεν ξέρει να δουλεύει με μεγάλους ποδοσφαιριστές». Αν ο προπονητής είναι πιο χαλαρός και πιο cool τύπος και μιλάει πολύ με τους παίκτες, τότε δεν έχει το ανάστημα που πρέπει για να τον τρέμουν και δεν μπορεί να τους επιβληθεί. Αν θέλει συγκεκριμένους παίκτες στην ομάδα και θέλει να τους διαλέξει αυτός «είναι μιζαδόρος». Αν δε θέλει και υποδεικνύει απλώς σε ποιες θέσεις πρέπει η ομάδα να ενισχυθεί, τότε δεν έχει το σθένος να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι και είναι ένας yesman του προέδρου.

Και νέες κατηγορίες

Τελευταία αρχίζουν να προστίθενται και νέες κατηγορίες που κάνουν το πράγμα ακόμα περισσότερο διασκεδαστικό. Αν ο προπονητής μιλάει με τους δημοσιογράφους  είναι δημοσιοσχετίστας και κοιτάει την πάρτη του. Αν δεν εξηγεί σε κανένα τι κάνει, είναι απόμακρος και ψυχρός και αφήνει την ομάδα απροστάτευτη από τον Τύπο, που θέλει κι αυτός μια κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση. Αν εξηγεί μετά το τέλος του ματς, που έγιναν τα λάθη και αυτό χάθηκε, είναι ένας που «ρίχνει την ευθύνη στους παίκτες του για να τη βγάλει καθαρή ο ίδιος». Αν δεν εξηγεί τίποτα είναι «ένας που χει καβαλήσει το καλάμι, που ποτέ δεν κάνει αυτοκριτική και δεν τολμάει να πει στους παίκτες τίποτα γιατί φοβάται ότι θα χάσει τα αποδυτήρια». Αυτό με τους προπονητές που χάνουν τα αποδυτήρια, είναι ό,τι πιο κοντά στο Instagram που ρίχνουν οι γκόμενες.

Και επι των αγώνων έχω…

Φυσικά γίνεται και κριτική επί των αγώνων και όχι μόνο για τη δουλειά ή τις προθέσεις. Αφού αναφερθεί κάμποσο 4-2-3-1 και τονισθεί η ανάγκη για τη χρησιμοποίηση ενός συστήματος που θα έδινε τη νίκη (4-4 με κούκο διπλό στην επίθεση ή 4 – 3 και τρεις κυνηγούς τύπου Μπαρτσελόνα), ακολουθούν οι τοποθετήσεις που έχουν να κάνουν με το χαρακτήρα, αλλά και την άγνοια της ομάδας και των μυστικών του ποδοσφαίρου, που φυσικά τα ξέρουμε μόνο εμείς, αλλιώς τι μυστικά θα ήταν; Ετσι, αν ο προπονητής παρουσιάζει ομάδες που παίζουν επιθετικά, αγνοεί ότι τις μεγάλες νίκες της δίνει πάντα η άμυνα. Αν παρουσιάζει ομάδες που παίζουν προσεχτικά στα μετόπισθεν είναι φοβιτσιάρης και δεν παίρνει κανένα ρίσκο. Αν αλλάζει συχνά την ενδεκάδα είναι ανασφαλής. Αν δεν την αλλάζει συχνά, έχει παιδιά και αποπαίδια και δεν δίνει ευκαιρίες στους αναπληρωματικούς. Αν χρησιμοποιήσει ένα ποδοσφαιριστή σε μια θέση που αυτός προηγουμένως δεν έπαιζε, είναι ένας επιπόλαιος που «πάει να καταστρέψει την καριέρα του παιδιού». Αν βάζει πάντα τους παίκτες στη θέση τους, είναι ένας άνθρωπος χωρίς φαντασία που δεν αλλάζει τίποτα.

Όλα αυτά εμφανίζονται συνήθως μαγικά μετά από ήττες: πριν τις ήττες όλα είναι ωραία, σαν τον έρωτα αυτόν μέσα στα καδράκια. Ομολογώ ότι δεν ξέρω τι είναι η Αρούκα, ξέρω όμως τι είναι η κριτική. Στο Μπέντο θα λεγα απλά: «πέρνα γιατί αλίμονό σου…»