Ολα στο κόκκινο

Ολα στο κόκκινο

Οι κριτικοί του κινηματογράφου λένε ότι οι καλοί σκηνοθέτες γυρίζουν πάντα την ίδια ταινία, προσπαθώντας να την τελειοποιήσουν. Μπορεί ν αλλάζουν πρωταγωνιστές, μπορεί να αλλάζουν συνεργάτες ή να δοκιμάζουν την τύχη τους σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, όμως η κεντρική ιδέα της ταινίας τους είναι πάντα ίδια: συχνά χτίζουν ένα κοινό κυρίως για αυτό – το κοινό πάντα χαίρεται να παρακολουθεί κάποιον που βασικά ανταγωνίζεται τον εαυτό του. Ρωτήστε τον Μάρτιν Σκορτσέζε ή τον Γιάννη τον Σφαιρόπουλο, που σκηνοθέτης είναι κι αυτός. Και οι δυο μπορούν να σας το εξηγήσουν. Όπως ο Σκορτσέζε γυρίζει πάντα την ίδια ταινία, έτσι κι ο Σφαιρόπουλος παρουσιάζει πάντα τον ίδιο Ολυμπιακό. Που αρέσει δεν αρέσει έχει πάντα την σφραγίδα του.

Όλα χωρίς τον Σπανούλη

Ο Ολυμπιακός, μετά την ήττα του από τον ΠΑΟ στο άδειο ΣΕΦ, σε ένα ματς που κατά γενική εκτίμηση αυτοκτόνησε, συνεχίζει κάνοντας μόνο νίκες: ειδικά το ξεκίνημα του στην Ευρωλίγκα, με αυτό το 4 στα 4 που έγραψε χάρη στην επικράτησή του επί της Χίμκι χθες βράδυ, είναι αρκετά εντυπωσιακό, αν κοιτάξεις τις λεπτομέρειες του. Αν κάποιος έλεγε ότι θα το έκανε χωρίς τον Βασίλη Σπανούλη θα τον παίρναμε για τρελό! Ναι, είναι αλήθεια, ότι ο Ολυμπιακός έπαιξε με τέσσερις αντιπάλους, που δύσκολα θα διεκδικήσουν θέση στην πρώτη τετράδα, αλλά και η Μάλαγα και η Μακάμπι και η Χίμκι δεν είναι φέτος αμελητέες.

 

Η Μάλαγα κέρδισε ήδη την Φενέρ. Η Μακάμπι είναι ομάδα ολοκαίνουργια και αρκετά ενδιαφέρουσα. Η Χίμκι είναι υπερφιλόδοξη και γεμάτη λύσεις: ο Ολυμπιακός τις κέρδισε όλες το ίδιο εύκολα, όσο κέρδισε και την μάλλον αδύναμη Μπασκόνια. Κάποιος θα πει ότι έκανε απλά την δουλειά του, όμως και σε αυτό οι λεπτομέρειες έχουν τις αντιρρήσεις τους. Τις κέρδισε χωρίς να φανεί η απουσία του Σπανούλη, σε μια χρονιά που η ομάδα μοιάζει να τον έχει περισσότερη ανάγκη από ποτέ. Τις κέρδισε με παίκτες που ξεπέρασαν προβλήματα τραυματισμού την τελευταία στιγμή: Παπανικολάου, Στρέλνιεκς, Ρόμπερτς δεν είναι ακόμα στο 100%. Τις κέρδισε έχοντας ήδη χάσει τον Τιλί και χωρίς να τον αντικαταστήσει. Τις κέρδισε παρά τις αδυναμίες του – κι αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον από όλα.

Όλα γνωστά από την αρχή

Η διάθεση του Ολυμπιακού να βάζει στοιχήματα αρχίζει να γίνεται η αληθινή φύση της ομάδας: μέρος του χαρακτήρα της. Η συζήτηση για το αν αυτό είναι σωστό ή όχι, δεν έχει πιά κανένα απολύτως νόημα: η ομάδα έχει κάνει αυτή την επιλογή, και για λόγους που έχουν να κάνουν με το μπάτζετ, και έτσι θα πορευτεί μέχρι το τέλος. Προφανώς δεν είναι ήδη αποτυχημένη η χρονιά της γιατί έχασε από τον ΠΑΟ στο ΣΕΦ, δυσκολεύοντας πολύ την πιθανότητα μιας πρωτιάς στην κανονική περίοδο του πρωταθλήματος, και σίγουρα δεν κατέκτησε την Ευρωλίγκα γιατί ξεκίνησε με τέσσερις νίκες σερί σε αυτή. Το τι θα πετύχει ο Ολυμπιακός θα το δούμε μόνο στο τέλος: κάθε συζήτηση για αυτό είναι πρώιμη. Όμως στον πρώτο κιόλας μήνα φαίνονται αμέσως αρετές και αδυναμίες – φαίνονται περισσότερο από όσο φαίνονται σε οποιαδήποτε άλλη ομάδα στην Ευρωλίγκα.

 

Είναι δύσκολο να εκτιμήσεις αν θα βελτιωθεί και πόσο η ΤΣΣΚΑ, αν θα αντέξει η Ρεάλ χωρίς τον Γιουλ την τρελή της κούρσα, αν θα ανέβει κι άλλο η Αρμάνι κι αν η Μπάρτσα είναι θέμα χρόνου να λυθεί ή να διαλυθεί. Είναι όμως εύκολο να καταλάβεις πως θα πορευτεί και φέτος ο Ολυμπιακός: η ομάδα του Σφαιρόπουλου θα κάνει ό,τι ακριβώς και τις προηγούμενες χρονιές, δηλαδή θα πορευτεί με το μαχαίρι στα δόντια αντιμετωπίζοντας κάθε ματς ως ένα είδος τελικού. Το έκανε ήδη στα τέσσερα πρώτα παιγνίδια για διαφορετικούς λόγους: όλα ήταν «παιγνίδια στα κόκκινα» – ματς μεγάλης αγωνιστικής έντασης. Με την Μπασκόνια και την Μάλαγα υπήρχαν απουσίες μεγάλες που έπρεπε να καλυφθούν από παίκτες που έπρεπε να δώσουν κάτι παραπάνω, με την Μακάμπι η άμυνα έπρεπε να είναι σκληρή γιατί ήταν ο μόνος τρόπος για να ρθει η νίκη, με τη Χίμκι έπρεπε συγκέντρωση και αγωνιστικότητα να είναι στο μάξιμουμ, γιατί ο Σβεντ και οι υπόλοιποι τρόμαζαν. Ο τρόπος του Σφαιρόπουλου είναι απλός: κάθε πρόβλημα αντιμετωπίζεται με μια ακόμα υπέρβαση – εύκολο ματς δεν υπάρχει κι όλοι πρέπει να δίνουν διαρκώς κάτι παραπάνω. Τα ίδιο θα γίνει κι όταν ο Σπανούλης γυρίσει και το γιατί είναι απλό: όλοι σχεδόν οι νεοφερμένοι παίκτες, είναι ρολίστες πολυτελείας – παίκτες, που θα πάρουν από τον Ολυμπιακό περισσότερα από ό,τι θα δώσουν. Η ομάδα έχει πέντε καινούργιους (Ρόμπερτς, Μακ Λιν, Μπόγρη, Τόμσον, Στρένλιεκς) κι όμως είναι σαν να μην έχει αλλάξει σχεδόν καθόλου από πέρυσι. Πάλι για να κερδίζει πρέπει οι παλιοί, όχι απλά να την πάρουν από το χέρι, αλλά να δώσουν και την ψυχή τους: τα πρώτα ματς της σεζόν του Πρίντεζη και του Μιλουντίνοφ κυρίως είναι σχεδόν αψεγάδιαστα – το να τα χαρακτηρίσεις «ηρωϊκά» είναι λίγο. 

 

Ψυχοπλάνα και καρδιοκλέφτρα

Δεν ξέρω ούτε που θα τερματίσει ο Ολυμπιακός, ούτε αν θα γίνει καλύτερος: το μόνο δεδομένο που έχεις παρακολουθώντας τον είναι ότι μοιάζει αδύνατο να είσαι φίλος του και να μην καμαρώνεις για δαύτον – πάλι η ομάδα του Σφαιρόπουλου, ακριβώς γιατί καλύπτει ατέλειες παίζοντας με ψυχή και πάθος, θα είναι ημιτελής αλλά και αγαπησιάρικη, ψυχοπλάνα και καρδιοκλέφτρα. Βλέποντας την αναρωτιέσαι αν είναι καλύτερη από πέρυσι. Λες ότι η περσινή γραμμή των ψηλών ήταν πιο γεμάτη, ακόμα κι αν φέτος ο Μιλουντίνοφ είναι ακόμα καλύτερος. Στην περιφέρεια δεν βλέπεις κανένα Χάκετ και κανένα Γκριν. Τα σκαμπανεβάσματα του Τόμσον, του Ρόμπερτς και του Μακ Λιν σε μπερδεύουν κι ο Στρέλνιεκς σίγουρα δεν είναι το πολυβόλο που νόμιζες. Αλλά όταν βλέπεις τον Παπανικολάου να βουτάει στο παρκέ, τον Αγραβάνη να τα βάζει με τα θηρία, τον Πρίντεζη να παίζει σαν να είναι 25 χρονών και τον Μάντζαρη σαν να είναι το πιο ώριμο play maker στην Ευρώπη, αφήνεις κατά μέρους τη λογική και πιστεύεις πως όλα γίνονται. Κι αυτό είναι σίγουρα η πιο μεγάλη από τις επιτυχίες του Σφαιρόπουλου. Ο κόσμος στο ΣΕΦ χειροκροτάει ένα ριμπάουντ του Μπόγρη, μια βουτιά του Αγραβάνη, ένα κερδισμένο φάουλ του Παπαπέτρου γιατί καταλαβαίνει πως τίποτα δεν είναι απλό. Ο κόσμος δεν διασκεδάζει: συμπαραστέκεται. Κι αν ήταν περισσότερος θα ήταν καλύτερη και η ομάδα.

Το να τον αγαπάς είναι σημαντικότερο

Οι δημοσιογράφοι δικαιούνται να έχουν αντιρρήσεις για την προσέγγιση, τις επιλογές, τις προτεραιότητες, αλλά αυτά δεν αγγίζουν την ομάδα. Καμιά φορά σκέφτομαι πως στον Ολυμπιακό πιστεύουν πως δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να υποστηρίζεις μια πληρέστατη ομάδα. Η πληρότητα δημιουργεί παράλληλα με την όποια σιγουριά και μεγάλη μαλθακότητα: το κυνηγητό κάθε χρόνο ενός θαύματος γίνεται υλικό για να γεννιούνται ωραίες ιστορίες. Η πληρότητα φέρνει βαρεμάρα, κάνει τις νίκες διαδικαστικές και προβλέψιμες: με τον Ολυμπιακό δεν διατρέχεις κανένα τέτοιο κίνδυνο. Ξέρεις ότι όλα τα ματς, κερδισμένα και χαμένα, θα είναι πάλι μεγάλες περιπέτειες: έχεις τόσο συνηθίσει να είναι η σεζόν γεμάτη μάχες που δεν θες, κατά βάθος, να είναι η ομάδα πλήρης – έτσι όπως είναι σου μοιάζει τέλεια. Όχι για να κερδίσει την Ευρωλίγκα ή ό,τι άλλο διεκδικεί. Αλλά για να την αγαπάς πάρα πολύ - κι αυτό είναι κι από τις νίκες σημαντικότερο…