Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι

Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι

Το First Man του Ντάμιεν Σαζέλ είναι η πρώτη αληθινά σπουδαία ταινία της χρονιάς. Δεν είναι μια ταινία για όλους, ούτε μια ταινία που έχει φτιαχτεί για να αρέσει σε όλους. Είναι, όμως, σχεδόν αδύνατο να την προσπεράσεις, ακόμα κι αν το θέμα της δεν σε ενδιαφέρει. Γιατί έχει αυτή την παράξενη γοητεία των μεγάλων αμερικάνικων δραμάτων, που ακόμα κι αν προσπαθήσεις να τα αποφύγεις έρχονται να σε βρουν.

Ένα μικρό βήμα κτλ

Υπάρχει μεγαλύτερο τεχνολογικό κι ανθρώπινο κατόρθωμα από το πρώτο ταξίδι στο φεγγάρι, που η ταινία του Σαζέλ αφορά; Νομίζω δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και διασημότερη φράση από αυτή που είπε ο Νιλς Άρμστρονγκ, ο πρώτος άνθρωπος που πάτησε το πόδι του στη σελήνη: το «ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο βήμα για την ανθρωπότητα» υπήρξε η ωραιότερη και πληρέστερη περιγραφή μιας μοναδικής στιγμής. Το γιγάντιο αυτό γεγονός δεν είναι μια ιστορία, αλλά τουλάχιστον δυο: από τη μία υπάρχει η ίδια η κατάκτηση της σελήνης, μια ιστορία θυσιών και γιγάντιων αποτυχιών κι από την άλλη ο ίδιος ο κοσμοναύτης – ο Άρμστρονγκ, που στο εγχείρημα έδωσε πρόσωπο.

Και οι δυο ιστορίες αυτές έχουν ένα μικρό πρόβλημα ως προς την αφήγησή τους και για αυτό οι μάστορες σε αυτού του τύπου τις διηγήσεις Αμερικανοί απέφυγαν να ασχοληθούν μαζί τους. Η ιστορία του ταξιδιού είναι τρομερά πολύπλοκη για να την αφηγηθεί κάποιος και να την κάνει κατανοητή, γιατί έχει πολλές διαστάσεις: είναι τεχνολογικό κατόρθωμα, στρατιωτική επιχείρηση, επεισόδιο του ψυχρού πολέμου αφού η κούρσα με τους Σοβιετικούς είναι σκληρή. Εχει επίσης δραματικά κεφάλαια, θυσίες και θανάτους, που κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει και που αποτελούν πάντα μια μοναδικά σκληρή πλευρά του κατορθώματος αφού σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν άξιζε τον κόπο. Και φυσικά έχει κι ένα άλλο πρόβλημα: το τέλος της το γνωρίζουν όλοι κι αυτό από μόνο του αφαιρεί αρκετή από την όποια δραματική ένταση.

Μεγαλύτερο από την ιστορία

Η παρουσία του ανθρώπου στη σελήνη υπήρξε κάτι τόσο θεαματικό, που σχεδόν αφαίρεσε κάθε διάθεση για ερωτήσεις που αφορούν το πώς ο άνθρωπος τα κατάφερε: το ίδιο το αποτέλεσμα είναι απίστευτα μεγαλύτερο από την ίδια την ιστορία του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Άρμστρονγκ: αυτός ο μοναδικός πρώτος άνθρωπος έγινε ένα αιώνιο σύμβολο – είναι σαν στο φεγγάρι να έχει πάει μόνο αυτός κι ας το χουν περπατήσει δεκαπέντε ακόμα. Νομίζω ότι οι Αμερικάνοι φοβόντουσαν (και δικαιολογημένα…) να αναμετρηθούν με τον ίδιο το μύθο του ήρωά του: φοβόντουσαν κυρίως ότι δεν θα καταφέρουν να αναδείξουν, όπως και όσο πρέπει, την σημαντικότητα του.

Ο 33χρονος Σαζέλ ήταν αγέννητος, όταν ο άνθρωπος πήγε στη σελήνη – πράγμα που σημαίνει ότι δεν έζησε εκείνη την παράξενη εποχή των ψυχροπολεμικών συγκρούσεων. Βρήκε ένα μάλλον εξαιρετικό ως προς τις λεπτομέρειες βιβλίο, το «First man: The life of Neil A. Armstrong», βιογραφία του αστροναύτη,  που γράφτηκε από τον δημοσιογράφο Τζέιμς Χάνσεν, κάμποσα χρόνια μετά το θρυλικό ταξίδι. Ο Σαζέλ προσέγγισε την ιστορία χωρίς φανατισμούς: με το σεβασμό του ανθρώπου που την αφηγείται γιατί την έμαθε κι όχι με το πάθος κάποιου που την έζησε και τη θυμάται με μια γλυκιά νοσταλγία – η λογική του είναι καβαφική. Το ταξίδι μετράει πιο πολύ από τον προορισμό και μόνο αυτό αναδεικνύει τη δραματικότητα της πορείας προς το φινάλε. Όμως επειδή είναι αληθινά σπουδαίος παραμυθάς (και ίσως γιατί έχει και τον Στίβεν Σπίλμπεργκ στην παραγωγή) κατορθώνει κάτι αληθινά απροσδόκητο: να δημιουργήσει και μια έκπληξη στο προβλεπόμενο φινάλε τσιμπώντας την καρδιά του θεατή και κάνοντας τις ευαίσθητες ψυχές να βουρκώσουν.

Η ανάδειξη μιας σκληρής ανθρώπινης ιστορίας με φόντο ένα σχεδόν αφόρητο (επιτρέψτε μου την έκφραση) «τεχνολογικό νατουραλισμό» αφαιρεί από την ταινία όλη της την προβλεψιμότητα και συγχρόνως μας συστήνει τον πραγματικό Άρμστρονγκ: όχι το τοτέμ τον αμερικανικών παρελάσεων, όχι το σύμβολο της νίκης των ΗΠΑ στον ψυχρό πόλεμο, αλλά τον καταθλιπτικό χαροκαμένο πατέρα. Ήταν έτσι; Δεν νομίζω ότι έχει σημασία: αυτό που έχει σημασία είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση το σινεμά, η τέχνη της αφήγησης, η απλή, καθαρή, αποσταγμένη συγκίνηση.

Το σινεμά και η πραγματικότητα

Το First Man έχει μια εσωτερική θεματική παραξενιά που θα το βοηθήσει να βρει μια θέση στην ιστορία του σινεμά ανεξάρτητα από τα πολλά Όσκαρ που σίγουρα θα κερδίσει: είναι μια ταινία που κατορθώνει να πάει κόντρα στη λογική της αληθινής ιστορίας μολονότι βασίζεται σε μια που είναι γνωστή(;) σχεδόν σε όλους. Ο Σαζέλ την αφηγείται τονίζοντας κάθε λεπτομέρεια για να καταφέρει στο τέλος να την τρυπήσει και να την υπερβεί: κόντρα στη λογική που λέει ότι η πραγματικότητα έχει τις καλύτερες ιστορίες γιατί αυτές και μόνο είναι αληθινές, ο Σαζέλ έρχεται να μας θυμίσει ότι το σινεμά υπάρχει για να μας πει ιστορίες ωραιότερες από δαύτη.

Ο Σαζέλ το κάνει με το σπουδαίο του φινάλε, δηλαδή τη σκηνή που ο Άρμστρονγκ πατάει το έδαφος της σελήνης, και το κάνει έχοντας μάλιστα προηγουμένως ανασυνθέσει με μανιακή λεπτομέρεια την ίδια την πραγματικότητα της εποχής: θέλει να σε πάει στη δεκαετία του ΄60, όχι για να ταυτιστείς με την πορεία της πραγματοποίησης του ιστορικού ταξιδιού, αλλά για να το δεις σαν ένας μικρός Θεός που μπορεί να παρακολουθεί τα πάντα από όποια γωνία θέλει. Για δυο ώρες βλέπεις τις σχέσεις των πρωταγωνιστών και τις δυσκολίες τους, αναρωτιέσαι αν η έμμονή του Άρμστρονγκ οφείλεται στην κατάθλιψή του ή είναι η θεραπεία της, παρακολουθείς προσπάθειες που συνήθως αποτυγχάνουν και που δεν έχουν απολύτως τίποτα το λαμπερό. Για τον Σαζέλ τίποτα δεν είναι ηρωϊκό και την ίδια στιγμή όλα είναι ηρωϊκά: η σκηνή που ο Άρμστρονγκ δεν μπορεί να εξηγήσει στα παιδιά του ότι υπάρχει πιθανότητα να μην επιστρέψει, είναι μια μεγαλειώδης στιγμή αδυναμίας και συγχρόνως το χρονικό του ηρωϊσμού του.

 Ο Σαζέλ θυμίζει ότι υπήρχε πρόβλεψη και για το χρονικό της κηδείας του πληρώματος, αν κάτι δεν πήγαινε καλά, και σου τονίζει κι αυτή ακόμα την μακάβρια λεπτομέρεια γιατί θέλει να μην σου μείνει καμία απορία αναπάντητη – ακόμα και η φωτογραφία του Λίνους Σάντγκριν θυμίζει ντοκιμαντέρ. Ο Σαζέλ χρησιμοποιεί για αυτή την αναπαράσταση τους ηθοποιούς του για να σου θυμίσει πως ήταν οι άνθρωποι του ΄60. Η ψυχρότητα του Ράιαν Γκόσλινγκ είναι χρήσιμη γιατί κρύβει τον Άρμστρονγκ – δεν τον αφήνει να μονοπωλήσει τη σκηνή. Η αυστηρότητα της Κλερ Φόι, ως Τζάνετ Άρμστρονγκ, είναι λειτουργική: είναι καλή μάνα και αυστηρή σύζυγος. Οι υπόλοιποι, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, έρχονται να γεμίσουν τα κενά, ώστε να μην σου μείνει κάτι αναπάντητο.   

Μπράβο φίλε

Στα 33 του ο Σαζέλ υπόσχεται μελλοντικά ένα αριστούργημα: σε κάθε του ταινία υπερβαίνει τα κινηματογραφικά είδη. Εδώ δεν ασχολείται με μια αληθινή ιστορία για να αναδείξει την βαρύτητα της χρησιμοποιώντας τις κάμερες: απλά κινηματογραφεί ένα δράμα τιμώντας την Τέχνη του. Και στο τέλος, υπέροχα και εμπνευσμένα σου χτυπάει την πλάτη και σου λέει ότι απλά είδες μια ταινία – ταξίδεψες κι εσύ όπως οι πρωταγωνιστές της ιστορίας της στην ιστορία, αλλά η πραγματικότητα μπορεί να είναι αυτό ή κάτι άλλο. Ακόμα κι αν σε κάποιες στιγμές με κούρασε, θα ήθελα να μπορώ να του πω απλά «μπράβο φίλε».