Περήφανα γηρατειά

Περήφανα γηρατειά

Η Ευρώπη κάθισε χθες βράδυ να δει το next best thing του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, τον 18χρονο άσσο της Μονακό Κλιέν Εμ Μπαμπέ, να κάνει κομμάτια την άμυνα της Γιουβέντους. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ πρόσφερε για αυτόν 85 εκατ ευρώ και η Μονακό είπε ότι δεν τον δίνει με λιγότερα από 120. Αντί για αυτόν είδε τον 33χρονο Κιελίνι και τον 36χρονο Μπαρτζάλι να του περνάνε χειροπέδες, επιτρέποντας στον σταθερότατο κι ανίκητο 39χρονο Τζίτζι Μπουφόν να περάσει μια σχετικά ήρεμη βραδιά. Είδε ακόμα η Ευρώπη, τον ξοφλημένο στην Μπαρτσελόνα 34χρονο Ντάνι Αλβες να κάνει τακουνάκια και να μοιράζει ασίστ, που ο Ιγκουαϊν, με τα παραπανήσια κιλά του μετέτρεψε σε γκολ χαρίζοντας στην Κυρία των ώριμων κυρίων ένα προβάδισμα με δυο γκολ, που λογικά θα της επιτρέψει να βρεθεί στο Κάρντιφ. Εκεί θα βρει τη Βασίλισσα Ρεάλ με τα δικά της μεγάλα παιδιά, έτοιμα για το back to back: μερικοί από τους καλύτερους της Ρεάλ (ο Σέρχιο Ράμος κι ο Πέπε, ο Μόντριτς και φυσικά ο Ρονάλντο) έχουν ξεπεράσει τα 31. Δεν είναι γερόλυκοι, όπως οι κομάντος του Αλέγκρι, αλλά δεν είναι και παιδάκια: με την εμπειρία και το μυαλό τους παίζουν κι αυτοί κι όχι με τον νεανικό ενθουσιασμό τους. 

Τα μουντιάλ σαν παράσημα

Λατρεύω με τους μεγάλους σε ηλικία παίκτες – συχνά συγκινούμαι με τη διάθεσή τους να συνεχίζουν απτόητοι, παρόλο που τα κόκκαλα πονάνε, το βιογραφικό είναι γεμάτο τίτλους και οι λογαριασμοί στην τράπεζα γιγάντιοι. Όταν σταμάτησε ο Πλατινί στα 31 του κάποτε, μετά το μουντιάλ στο Μεξικό, ήμουν μικρός και πίστευα πως με πρόδωσε προσωπικά. Στεναχωρήθηκα αφάνταστα γιατί δεν χάρηκα τα ποδοσφαιρικά γεράματα του Μαραντόνα, που θα χε βάλει σίγουρα και μυαλό αν έπαιζε στα 35, του Μάρκο Φαν Μπάστεν, που θα τρέλαινε τα στόπερ με την εμπειρία του, του Πολ Γκασκόιν, που καταστράφηκε από το αλκοόλ πάνω στο καλύτερο. Κάθε μεγάλη διοργάνωση που θυμάμαι είχε πρωταγωνιστή ένα τίμιο γέροντα: οι νέοι που αληθινά έκαναν την διαφορά ήταν σπάνιοι, ίσως γιατί οι νέοι σπανίως στα δύσκολα διακρίνονται. Το 1982 παραμιλούσαμε με τον 40χρονο Ντίνο Τζόφ. Το 1986 ο 31χρονος Καρλ Χάινς Ρουμενίγκε σηκώνονταν από τον πάγκο και άλλαζε την Εθνική Γερμανίας. Το 1990 ο 35χρονος Τόμας Ν’ Κόνο και ο 38χρονος Ροζέ Μιλά παραλίγο να πάνε το Καμερούν στον ημιτελικό του μουντιάλ. Θυμάμαι επικά φινάλε μεγάλων παικτών. Τον Ζιντάν να οδηγεί την Γαλλία στον τελικό του μουντιάλ, πριν χάσει το μυαλό του και ρίξει κουτουλιές στον Ματεράτσι. Τον Ντελ Πιέρο να μπαίνει ως αλλαγή για να κερδίσει τους Γερμανούς στα 32 του. Τον Ντρογκμπά να χτυπά το κρίσιμο πέναλτι για να πάρει η Τσέλσι το Τσάμπιονς λιγκ παγώνοντας το Μόναχο. Τον Πάολο Μαλντίνι να γίνεται ολοένα και καλύτερος και να σηκώνει ευρωπαϊκές κούπες μετά τα 33 του! Θυμάμαι τους Γερμανούς να παίζουν πάνω από εκατό ματς ο ένας στην Εθνική τους – ο Φέλερ, ο Χέσλερ, ο Κλίνσμαν, ο Μπρέμε, ο Ολιβερ Καν – και όλοι να έχουν στα 34 τους το πάθος του πρωτάρη. Πάντα στα παγκόσμια κύπελλα περιμένω ν ακούσω ότι υπάρχει ένας που έχει παίξει σε τέσσερα ή και σε πέντε από αυτά. Ενας Καφού π.χ, ανεξάντλητος και σοφός.  

Και οι δικοί μας το ίδιο

Ας μην αναφέρομαι μόνο σε ξένους. Ο Νικοπολίδης έπαιξε τα καλύτερα του παιγνίδια μετά τα 30 του. Ο Ζαγοράκης έγινε κατανοητό πόσο καλός είναι μόνο όταν μεγάλωσε: το αρχηγικό παράστημα κάλυψε κάθε προηγούμενη αδυναμία. Ολες οι τελευταίες σεζόν του Γιώργου Καραγκούνη είναι γεμάτες από μεγάλα ματς και το αντίο του στο ποδόσφαιρο συνδέθηκε με τις μεγάλες εμφανίσεις με την Εθνική στη Βραζιλία, όταν πάλευε στις προπονήσεις σαν πιτσιρίκι για να πείσει τον Σάντος ότι αξίζει τη θέση του βασικού. Ο Βαζέχα σκόραρε ασταμάτητα μέχρι την τελευταία μέρα που έπαιζε ποδόσφαιρο και ο Νιόπλιας δεν έσπασε απλά τα ρεκόρ συμμετοχών, αλλά τον παρακαλούσαν όλοι να μην σταματήσει γιατί δεν μπορούσαν να τον αντικαταστήσουν. Στην Ελλάδα είχαμε την τύχη να δούμε τι μπορούσε να κάνει ο βετεράνος Ριβάλντο, ενώ στον Ολυμπιακό όλοι νοσταλγούν τον Μέλμπεργκ που ήρθε στον Πειραιά 32χρονών!                

Πότε θα σταματήσεις;

Στην Ελλάδα βιαζόμαστε να δούμε τους ποδοσφαιριστές να εγκαταλείπουν: ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί. Θεωρούμε ότι όποιος περάσει τα 30 είναι βετεράνος και πως ό,τι είχε να δώσει το έδωσε, ενώ διαρκώς οι Διαμαντήδες και οι Σπανούληδες αποδεικνύουν ότι δεν είναι έτσι το πράγμα. Οι δημοσιογράφοι όταν έχουν απέναντί τους ένα αθλητή 32 χρονών το πρώτο που σκέφτονται να τον ρωτήσουν είναι αν αυτή θα είναι η τελευταία του χρονιά. Οι προπονητές χαίρονται να υπενθυμίζουν ότι επί των ημερών τους πήραν ευκαιρίες κάποια νέα παιδιά και δεν θυμάμαι κανένα τους να υπογραμμίζει ότι η καλή δική του δουλειά βοήθησε τον αρχηγό της ομάδας π.χ να παρατείνει την καριέρα του. Όταν ακούμε ότι η προσφορά κάποιου βετεράνου είναι πολύτιμη στα αποδυτήρια φανταζόμαστε ένα μεγάλο κλικαδώρο ή κάποιον που ψαρώνει τους πιτσιρικάδες, όπως ο «παλιός» στο στρατό. Σχεδόν πάντα ζούμε με την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει κάποιος τρομερός μικρός που αδικείται από ένα γερόλυκο που του παίρνει τη θέση: μόνο στο μυαλό μας υπάρχει κάτι τέτοιο.

Η διαρκής βελτίωση

Ο Κιελίνι, ο Μπονούτσι, ο Μπαρτζάλι δεν ήταν ποτέ τους ταλαντούχοι, όπως ο ταχύτατος Εμ Μπαμπέ, που λογικά θα χαλάσει κόσμο, αλλά έκαναν κάτι δύσκολο: αξιοποίησαν τον χρόνο για να δέσουν μεταξύ τους, αλλά και για να γίνουν καλύτεροι μεγαλώνοντας. Σου δημιουργούν την βεβαιότητα ότι του χρόνου θα είναι ακόμα καλύτεροι και ότι όταν κρεμάσουν την φανέλα τους θα έχουν φτάσει στο πικ της καριέρας τους. Η διαρκής βελτίωσή τους είναι η απόδειξη πως μεγαλώνοντας γίνεσαι καλύτερος, αρκεί να το θες. Νομίζω ότι αυτός είναι ο λόγος που στην Ελλάδα δεν τους μπορούμε τους μεγάλους σε ηλικία. Μας θυμίζουν ότι υπάρχει και η δυνατότητα μιας διαρκούς βελτίωσης, που προκύπτει μόνο χάρη στη δουλειά: σκληρό πράγμα. Ενώ το «δεν μπορείς να φανταστείς τι έκανα μικρός» είναι ωραία εισαγωγή ιστορίας. Και πανεύκολο…