Περηφάνια χωρίς προκατάληψη

Περηφάνια χωρίς προκατάληψη

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε το ματς της Αγγλίας με τον Παναμά ο Γκάρεθ Σάουθγκέιτ προσπαθούσε κυρίως να βάλει χαλινάρι στην υπεραισιοδοξία. «Η εμφάνιση δεν μου άρεσε ιδιαίτερα. Δεν μου άρεσε ούτε το πώς μπήκαμε στο ματς, ούτε ότι σταματήσαμε μετά το 5-0, ούτε φυσικά το ότι δεχτήκαμε ένα γκολ στο τέλος. Είχα πει στο ημίχρονο ότι χρειαζόμαστε κι άλλα γκολ για να έχουμε αβαντάζ για την πρώτη θέση σε περίπτωση ισοβαθμίας με τους Βέλγους, αλλά δεν έγινα κατανοητός» τόνισε. Προσθέτοντας, ωστόσο, ότι η ομάδα του είχε 35 λεπτά στα οποία έπαιξε μια χαρά, ότι ο κόσμος σίγουρα είναι ευχαριστημένος, ότι ο ίδιος είναι υπερκριτικός, γιατί έτσι πρέπει να είναι. «Αυτός», είπε, «είναι ο ρόλος μου». Ο ρόλος του Σάουθγκέιτ είναι να παρουσιάσει μια ομάδα ικανή να σώσει την τιμή του αγγλικού ποδοσφαίρου – είτε κερδίζοντας το παγκόσμιο κύπελλο, είτε απλά θυμίζοντας στην υπόλοιπη ποδοσφαιρική ανθρωπότητα για ποιους ακριβώς λόγους το ποδόσφαιρο αυτό έχει υπάρξει ιστορικά αξιοσέβαστο.

Ανικανότητα και ανοησία

Πηγαίνοντας στη Ρωσία η Αγγλία κινδύνευε εξαιτίας μιας ακόμα αποτυχίας, όπως θα ήταν ο αποκλεισμός της από τον πρώτο γύρο, να γίνει το ποδοσφαιρικό ανέκδοτο της οικουμένης: αποκλεισμός από μια ομάδα όπως η Τυνησία ή ο Παναμάς θα ισοδυναμούσε με οριστική διαγραφή της από το κλειστό κλαμπ των μεγάλων Εθνικών ομάδων. Υπάρχει κάποια στιγμή που μια σταγόνα κάνει το ποτήρι να ξεχειλίσει και οι Αγγλοι ήταν ακριβώς στο οριακό αυτό σημείο.

 

Οι αποκλεισμοί των «Λιονταριών» έχουν προκαλέσει πολλές φορές τα γέλια της χώρας: οι Βρετανοί έχουν την ικανότητα να διασκεδάζουν την πίκρα τους μετατρέποντας κάθε αθλητικό δράμα σε ένα ακόμα αστείο από τα δικά τους. Οσο όλο αυτό το πράγμα λειτουργούσε δεν υπήρχε πρόβλημα: μπορούσαν να εκτονώνουν την θλίψη τους αποκαλώντας «Μακ Κλόουν» τον προπονητή τους ή πετώντας βελάκια στις παμπ σε φωτογραφίες του Ντέιβιντ Μπέκαμ. Όμως, όσο οι αποτυχίες αθροιζόντουσαν, το πράγμα άρχισε να ξεφεύγει: οι Αγγλοι κινδύνευαν να σταματήσει ο κόσμος να τους παίρνει στα σοβαρά. Οι τελευταίοι αποκλεισμοί τους πρόδιδαν απλώς ανικανότητα, ανοησία και δυσκολία αντίληψης της πραγματικότητας– όλα αυτά σε συνδυασμό με μια μεγάλη δόση γελοιότητας. Στο Euro του 2016 αποκλείστηκαν από τους Ισλανδούς. Στο μουντιάλ του 2014 δεν έκαναν νίκη κι έφυγαν από τον πρώτο γύρο. Ακόμα και οι συνεχείς αποκλεισμοί τους στα πέναλτι (ο τελευταίος από τους Ιταλούς το 2012 στο Euro της Ουκρανίας και της Πολωνίας) είχαν σταματήσει να είναι διασκεδαστικοί, αφού ήταν επαναλαμβανόμενοι. Στο μουντιάλ του 2010 κέρδισαν μόνο την Σλοβενία, έχασαν την πρωτιά στον όμιλο από τους Αμερικάνους (!) και στους «16» διαλύθηκαν από τους Γερμανούς. Το 2008 δεν πήγαν καν στα τελικά του Πανευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Ένας Αγγλος που είναι σήμερα είκοσιπέντε χρονών είναι ζήτημα να θυμάται μια σημαντική νίκη της Εθνικής του ομάδας σε τελικά μεγάλης διοργάνωσης: το 1996, που οι Αγγλοι έπαιξαν ημιτελικό στο Euro που διοργάνωσαν (κι αποκλείστηκαν από τους Γερμανούς στα πέναλτι) ήταν δεν ήταν τεσσάρων χρονών! Εκτοτε θυμάται μόνο αποκλεισμούς με τους οποίους ίσως γελάει – ο κανονικός κόσμος, όμως, όλα αυτά άρχισε να τα βαριέται. Η Εθνική Αγγλίας έχει σε αυτό το μουντιάλ την αποστολή να θυμίσει σε όλο τον πλανήτη γιατί πρέπει να συνεχίσει να τη σέβεται. Πρέπει να το κάνει παίζοντας ποδόσφαιρο: τα χιτάκια που έχουν σχέση με το ποδόσφαιρο και τα τραγούδια της εξέδρας, αμφιβάλω αν συγκινούν κανένα πια.

 

Η Εθνική Αγγλίας για περισσότερο από μια δεκαετία μας παρουσίασε όλες τις βρετανικές ανικανότητες – ποδοσφαιρικές και μη. Οι Αγγλοι ακριβοπλήρωσαν προπονητές μόνο για να έχουν την χαρά να τους διασύρουν: κάποιοι, όπως ο Ερικσον ή ο Καπέλο, τους μετάλλαξαν, όμως η μεταβολή αυτή, όχι μόνο δεν συνδέθηκε με νίκες, αλλά τους έκανε και τραγικά αγνώριστους. Στην Εθνική Αγγλίας είδαμε διάφορους υπερτιμημένους που έγιναν αστέρια από τα media πριν καν γίνουν ποδοσφαιριστές και  παρακολουθήσαμε διάφορα ριάλιτι που θα μπορούσαν να ονομάζονται «η ζωή του Μπέκαμ» ή «οι βραδιές του Ρούνεϊ»: μιλάμε για ριάλιτι που είχαν μεν πλάκα, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με το ποδόσφαιρο. Για πάνω από δέκα χρόνια προπονητές προσπαθούσαν να πετύχουν το απολύτως ανέφικτο, δηλαδή την συνύπαρξη του Λάμπαρντ και του Τζέραρντ στην ίδια ενδεκάδα. Σε άλλες περιπτώσεις είδαμε κωμικές ομάδες χωρίς τερματοφύλακα ή χωρίς αμυντικούς της προκοπής – ομάδες που οι ίδιοι οι Αγγλοι παρουσίαζαν σαν φαβορί για κατακτήσεις τροπαίων, ενώ ήταν ανολοκλήρωτες και ημιτελείς. Αυτή τη φορά όλα είναι αλλιώς.

Κατανοητός από τους παίκτες του

Η αρχή ήταν η πρόσληψη του Γκαρεθ Σάουθγκέιτ, που έχει περάσει και από τις μικρές εθνικές. Εχοντας δοκιμάσει τα πάντα, οι Αγγλοι θυμήθηκαν επιτέλους το πιο σπουδαίο χαρακτηριστικό ενός ομοσπονδιακού: πρέπει να είναι κάποιος που, πρώτα από όλα, να μπορεί να γίνει κατανοητός από τους παίκτες του. Ο Σαουθγκέιτ ήταν 57 φορές διεθνής, ξέρει τη βρετανική νοοτροπία και έχει υπάρξει πρωταγωνιστής σε μια από τις πιο πικρές βραδιές των Αγγλων: ένα δικό του χαμένο πέναλτι το 1996 στοίχισε ένα τελικό, όταν όλοι τραγουδούσαν ευτυχισμένοι στο παλιό Γουέμπλεϊ ότι «το ποδόσφαιρο γυρίζει σπίτι»: ακόμα το θυμάμαι. Για να μπορείς να εμψυχώσεις ποδοσφαιριστές πρέπει να κατανοείς την δυσκολία τους να παίξουν στην Εθνική, να έχεις ζήσει την ίδια πίεση. Λίγοι στην Αγγλία αυτή την πίεση την ξέρουν όσο αυτός, αλλά και λίγοι κατάφεραν να την διαχειριστούν χωρίς να διαλυθούν. Όταν έχασε το πέναλτι στον ημιτελικό του 1996 ήταν ο πιο μισητός άνθρωπος στην Αγγλία – είχε γραφτεί κι ένα τραγούδι για την πίκρα που χάρισε. Λίγους μήνες αργότερα, όμως, έκανε τη διαφήμιση μιας πίτσας με δυο άλλους που σε ημιτελικό είχαν αστοχήσει σε πέναλτι: τον Στούαρτ Πίρς και τον Κρις Γουόντλ. Ο Σάουθγκέιτ που βρήκε τη δύναμη να διασκεδάσει με εκείνη του την αποτυχία, μπορεί στα παιδιά του σήμερα εύκολα να θυμίζει ότι όλα περνούν. Η δική του ζωή είναι ένα ωραίο παράδειγμα.  

 

Ο Σάουθγκέιτ αποδεικνύεται ότι πόνταρε στις χαμένες βρετανικές αξίες – πρώτα από όλα δεν έχει υπερτιμήσει το υλικό του. Μπορεί να μην παίζει 4-4-2, όπως είναι ιερή υποχρέωση, αλλά όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν. Υπάρχουν π.χ νέα παιδιά που τρέχουν και χαίρονται το ποδόσφαιρο, χωρίς να έχουν πίσω τους ένα στρατό από image makers. Υπάρχουν ωραίες στημένες φάσεις. Υπάρχει ιεραρχία και σταθερή ενδεκάδα. Και επιτέλους βρετανική  διάθεση για γκολ – κι ας σταμάτησαν όλοι στο β΄ ημίχρονο στο ματς με τον Παναμά.

Ο κόουτς βασίστηκε στο γκρουπάκι της Τότεναμ, ώστε να υπάρχει μια κάποια ομοιογένεια. Παίζει με τρία στόπερ, γιατί η αξιοπρέπεια είναι σημαντικότατη κι αυτή είναι το πρώτο ζητούμενο, και ποντάρει όχι σε ένα σταρ των βρετανικών ταμπλόιντς, αλλά στον πιο εργατικό Αγγλο κυνηγό που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Ο Χάρι Κέιν δεν είναι ένα ποπ είδωλο, που κυκλοφορεί με σωματοφύλακες, αλλά ένας τύπος που πέτυχε πολλά δουλεύοντας. Για να φτάσει να γίνει βασικός στην Τότεναμ ίδρωσε παίζοντας ως δανεικός δεξιά κι αριστερά. Ποτέ δεν προβλήθηκε σαν σούπερ ταλέντο και κανείς δεν έγραψε ότι γεννήθηκε για να αλλάξει το αγγλικό ποδόσφαιρο – αυτές τις υπερβολές οι Αγγλοι τις αφιέρωσαν σε άλλους. Ο Κέιν είναι αρραβωνιασμένος με τον παιδικό του έρωτα, την Κέιτ Γκούντλαντ, με την οποία έφεραν στον κόσμο πριν ενάμιση χρόνο και μια αξιαγάπητη κορούλα, την Άιβι και ποτέ δεν έχει απασχολήσει κανένα για τα ερωτικά του σκάνδαλα. Καλά καλά δεν μοιάζει με Αγγλος, αφού είναι σπιτόγατος, δεν τσακώνεται με συμπαίκτες και προπονητές και δεν ζητάει εκατομμύρια για μια συνέντευξή του. Τον βλέπεις και λες ότι άνετα θα έπαιζε στην Αγγλία του ΄80 και του ΄90 με συμπαίκτες τον Γουόντλ, τον Γκασκόιν, τον Λίνεκερ, τον Φράνσις. Ούτε εκείνη η Αγγλία κέρδιζε, αλλά προκαλούσε σεβασμό και όχι γέλια.

Μεγάλη πρόοδος

Στο μουντιάλ της Ρωσίας ο Σάουθγκέιτ ζητά από τους παίκτες να ξεχάσουν τις ιστορίες της Εθνικής, που ξέρουν, και να γράψουν την δική τους. Θα δούμε αν θα είναι τελικά η ιστορία ενός ανέλπιστου θριάμβου ή μια ακόμα δραματική βρετανική ιστορία. Το σίγουρα είναι ότι δεν θα είναι γελοία, όπως οι ακριβώς προηγούμενες. Κι αυτό είναι από μόνο του μεγάλη πρόοδος…