Rogue One: Ταξίδι στο σύμπαν του Star Wars

Rogue One: Ταξίδι στο σύμπαν του Star Wars

 

Το 1977 έχει περάσει στην ιστορία ως χρονιά που έφυγαν από τη ζωή μερικοί από τους διασημότερους ανθρώπους του προηγούμενου αιώνα. Πέθανε η Μαρία Κάλλας και κάποιες χιλιάδες άνθρωποι στην Ευρώπη την έκλαψαν. Πέθανε η Τζόαν Κρόφορντ, η κάποτε Μπέιμπι Τζέιν. Πέθανε ο Τσάρλι Τσάπλιν και η συγκίνηση υπήρξε παγκόσμια. Πέθανε ακόμα και ο Ελβις Πρίσλεϊ, ένας γίγαντας που έλεγες ότι δεν θα πεθάνει ποτέ: πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν πως ζει ακόμα – φυσικά κι εγώ. Αυτή τη χρονιά των μεγάλων αντίο, ένας 33χρονος καλιφορνέζος πρώην συνεταίρος του Φράνσις Φόρντ Κόπολα, ο Τζορτζ Λούκας αποφασίζει να γίνει Θεός και να δημιουργήσει το σύμπαν του Star Wars. Από τότε ο κόσμος αλλάζει. Υπάρχουν αυτοί που μεγάλωσαν με το Star Wars και όλοι οι υπόλοιποι.

Εμείς και οι άλλοι

Οσοι μεγάλωσαν με το Star Wars είχαν σίγουρα τη δυνατότητα να πιστέψουν ότι τα παραμύθια μπορεί να κινούνται εντός των συμπαντικών ορίων της δικής τους πραγματικότητας, την οποία απλά χρειάζεται να ανακαλύψεις: η διήγησή τους δεν βασίζεται σε καμία αυθαιρεσία, αλλά σε πραγματική γνώση. Οποιοι μεγάλωσαν με το Star Wars ξέρουν πως υπάρχει Καλό και Κακό κι απλά πρέπει να περιμένεις να δεις πως ακριβώς το καλό θα κερδίσει. Ξέρουν επίσης πως μέσα μας υπάρχει η Δύναμη κι αυτή είναι που μας κάνει ανίκητους Τζεντάι ή πανίσχυρους κακούς – η επιλογή είναι δική μας. Αυτοί που μεγάλωσαν με το Star Wars ξέρουν ότι υπάρχουν αξίεςμ όπως η φιλία, που είναι παντοδύναμες, πως η αγάπη δεν σε σώζει πάντα, πως, αν υπάρχει ένας ήρωας, αυτός είναι ο πατέρας. Αυτοί που μεγάλωσαν με το Star Wars έχουν ένα μπούσουλα να κινηθούν στη ζωή τους, αρκεί να σκεφτούν τι θα έκανε ο Λουκ Σκάϊγουόκερ, ο Χαν Σόλο, η Πριγκίπισσα Λέια, ο Ομπι Ουαν Κενόμπι, ο Μάστερ Γιόντα πάνω από όλα. Για τους άλλους δεν ξέρω.      

Να μην ανάψουν τα φώτα

Ο Λούκας ολοκλήρωσε ως παραγωγός την πρώτη τριλογία το 1983 με την «Επιστροφή των Τζεντάι» – το 1980 μας έδωσε πάντα ως παραγωγός το αριστουργηματικό «Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται», (η σκηνοθεσία ήταν του Ιρβιν Κέρσνερ) που μαζί με το επεισόδιο 3 «Η εκδίκηση των Σιθ», παραμένει το αγαπημένο μου. Ο Λούκας έχει πει ότι έφτιαξε ταινίες, που απλά ακολουθούν τη μουσική του Τζον Γουϊλιαμς, ο οποίος βάσισε το κλασικό μουσικό θέμα των ταινιών, σε κάτι που χει αντιγράψει από τον  Βάγκνερ. Η μουσική των τίτλων του Star Wars, ενώ πέφτουν τα γράμματα που σου εξηγούν ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα μακρινό γαλαξία, είναι το διαβατήριο στο παραμύθι και στο όνειρο. Οσο κάθε ταινία κρατάει αυτή είναι η αληθινή διάσταση της πραγματικότητας: το μόνο που δεν θες είναι ν ανάψουν τα φώτα.

Ποτέ ο Λούκας δεν εξήγησε γιατί του χρειάστηκαν δεκαέξι ολόκληρα χρόνια μετά το επεισόδια 6 για να μας δώσει το επεισόδιο 1. Ισως έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος καθώς η πρώτη τριλογία παρέμεινε πάντα επίκαιρη: ένα είδος παντοτινού φροντιστηρίου ζωής για τα παιδικά μάτια. Η δεύτερη τριλογία, λιγότερη αγαπημένη από την πρώτη ήταν ωστόσο το ίδιο απαραίτητη: το ότι στο τέλος της κερδίζει το κακό είναι καλό να το έχουμε στα υπόψην μας – μπορεί να συμβεί κι αυτό. Ολοκληρώνοντας το δίδαγμα, δέκα χρόνια μετά το επεισόδιο 3, ήρθε το 2015 το επεισόδιο 7, όπου πλέον μετρά μόνο το ταξίδι. Και φέτος η σάγκα μας δίνει ένα νέο επεισόδιο, δηλαδή μια νέα βουτιά στα παιδικά μας όνειρα: το «Rogue One: A Star Wars Story», τοποθετημένο χρονικά κάπου μεταξύ του επεισοδίου 3 και του επεισοδίου 4, είναι απόδειξη πως στο σύμπαν του Λούκας υπάρχουν χιλιάδες ιστορίες, που μας περιμένουν. Το ταξίδι δεν θα τελειώσει ποτέ. Και ευτυχώς.       

Πολύ αδικαιολόγητο μπλα μπλά

Η επιτυχία του εγχειρήματος του Λούκας ξεπέρασε προφανώς τις προσδοκίες του δημιουργού του: ο Λούκας είναι ο πρώτος Θεός που νικήθηκε από το δημιούργημά του, αφού αυτό απέκτησε αυτονομία και βάρος πιο μεγάλο. Στα δεκαέξι χρόνια που του χρειάστηκαν για να μας πάει από το τέλος στην αρχή (οι όροι είναι εντελώς αυθαίρετοι αφού απλά μιλάμε για επεισόδια κι αυτά είναι αναρίθμητα και δεν σηκώνουν γραμμική αφήγηση), δεκάδες αναλυτές καταπιάστηκαν με την πρώτη τριλογία δίνοντας ερμηνείες και ψάχνοντας ομοιότητες. Το ίδιο συνέβη και μετά τη δεύτερη τριλογία και την ολοκλήρωση της εξάδας: μέχρι να φτάσουμε στο επεισόδιο 7, ήταν δεκάδες τα ντοκιμαντέρ, χιλιάδες οι αναλύσεις, εκατομμύρια οι συζητήσεις. Το Star Wars αναλύθηκε ως γουέστερν, αλλά και ως πολιτικό θρίλερ, τεμαχίστηκε όσο χρειαζόταν για να αποδειχτεί ότι ο Λούκας δανείστηκε πολλά από το σινεμά του Κουροσάβα, αλλά και του Τζον Φόρντ, έγινε μάθημα στα αμερικάνικα κολλέγια και δημιούργησε βιβλιογραφία: φτάνει πιά. Ας μην πάρει η μπάλα της υπερανάλυσης των ονείρων μας και το Rogue One: δεν θέλουμε άλλη ψυχανάλυση για να μας εξηγήσει γιατί έχουμε ανάγκη να ονειρευόμαστε.

Να ξέρουμε τι βλέπουμε      

Το «Star Wars Επεισόδιο 1, η Αόρατη απειλή», αυτό που βγήκε το 1999, το είδαν στην Ελλάδα στα σινεμά περίπου 150 χιλιάδες άνθρωποι: ήταν παγκόσμιο σουξέ, αλλά ούτε αυτό, ούτε τα επεισόδια 2 και 3 που ακολούθησαν δεν έφτασαν τα έσοδα της προπέρσινης επιτυχίας, που ακούει στο όνομα Επεισόδιο 7 «Η δύναμη ξυπνά». Αυτό, στην Ελλάδα, το είχαν δει το 2015 σχεδόν 200 χιλιάδες στις πρώτες πέντε μέρες και συνολικά πάνω από 600 χιλιάδες στις αίθουσες – πράγμα στις μέρες μας σχεδόν αδύνατο, αφού δεν έτρεξαν να το δουν άνθρωποι ηλικίας πάνω από 50 χρονών: η δική τους και μόνο προέλευση μπορεί να βοηθήσει μια ταινία να κόψει τόσα πολλά εισιτήρια. Δεν είναι κακό: το κακό είναι ότι πάρα πολλοί που το είδαν δεν ήξεραν ακριβώς τι πρόκειται να δουν, ενώ εκείνοι οι πολλοί λιγότεροι που είδαν την «Αόρατη απειλή» το 1999 ήξεραν πολύ καλά τι τους περίμενε. Το αποτέλεσμα αυτής της μαζικής προέλευσης για μια ταινία Star Wars, ήταν ότι προ διετίας άκουγες και διάβαζες ό,τι να ναι! Άλλος περίμενε να δει κάτι σαν τις ταινίες της Μarvel. Άλλος πετούσε χρόνο για να υπεραναλύσει τις κατά τη γνώμη του σεναριακές υπερβολές. Άλλος έψαχνε επιστημονικοφανείς απαντήσεις κι άλλος απλά δεν καταλάβαινε γιατί γίνεται τόσος ντόρος και δηλώνει απογοητευμένος ή δεν ξέρω τι άλλο. Ας μη γίνει και τώρα το ίδιο λάθος.

Διασκέδαση ως καταπραϋντικό

Κανείς δεν είπε ότι τα Star Wars είναι η πεμπτουσία του κινηματογράφου ή έστω κάποιου είδους αριστουργήματα του φανταστικού κινηματογράφου: αν αφήσεις στην άκρη την παραμυθένια μυθολογία τους, οι ταινίες αυτές είναι προορισμένες για να διασκεδάσουν ένα κοινό που λατρεύει το παραμύθι και το χρειάζεται για να του αδειάσει το κεφάλι (όταν είναι ενήλικας) ή για να εντυπωσιαστεί με τη δράση (όταν είναι πιτσιρίκος). Οι ταινίας, αρκεί να μην προδίδουν καμία από αυτές τις προσδοκίες, για να είναι επιτυχημένες. Το ίδιο συμβαίνει και με το Rogue One: οι μικροί θα χαρούν και οι μεγάλοι, που θέλουν να γίνουν μικροί, θα χαρούν περισσότερο – υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν ν αφήσουν στην άκρη τις όποιες αναλυτικές τους ικανότητες. Μιλάμε για απλή ψυχαγωγία, αλλά επειδή θεωρώ την ψυχαγωγία πραγματικό καταπραϋντικό ομολογώ πως νοιώθω ευχαριστημένος που στο Σύμπαν του Λούκας υπάρχει μια θέση και για μένα. Και με το Νταρθ Βέιντερ έχω ανοιχτά μέτωπα και ας τον έχω συγχωρέσει.

Τώρα αν είσαστε από αυτούς που, όταν ήταν παιδιά αναρωτιόντουσαν, πως η Κοκκινοσκουφίτσα δεν κατάλαβε ότι ο λύκος δεν ήταν η γιαγιά της, μην το δείτε. Εμεις θέλουμε απλά να το χαρούμε – η κριτική του δεν μας ενδιαφέρει.