Σφίξε τα δόντια αρχηγέ μου

Σφίξε τα δόντια αρχηγέ μου

Εχει καμιά τύχη η Εθνική μας απόψε κόντρα στην Κροατία στο Ζάγκρεπ; Μολονότι επικρατεί μια παράξενη αισιοδοξία (όλοι έχουμε ψηθεί ότι σε δυο κρίσιμα ματς η Εθνική μας θα εμφανιστεί ξαφνικά και σχεδόν ανεξήγητα μεταμορφωμένη προς το καλύτερο…), εν τούτοις η μόνη περίπτωση να τα καταφέρει η Εθνική μας είναι να αποδειχτεί από σίδερο και να κάνει ένα μεγάλο ματς ο κορυφαίος τα τελευταία χρόνια Ελληνας ποδοσφαιριστής, δηλαδή ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος. Αν ο Σωκράτης δεν μπορέσει εξαιτίας του τραυματισμού του να ανταποκριθεί στη δυσκολία του αγώνα, είναι δύσκολο να περιμένεις θαύματα. Η ψυχή της Εθνική μας είναι αυτός ο αληθινά χαρισματικός και σπάνιος αθλητής.

Ο πιο μοντέρνος ποδοσφαιριστής μας

Σχεδόν κάθε ματς της Εθνικής μας είναι αλήθεια ότι μπορεί να ομορφύνει μόνο από τα κέφια και την εκτελεστική δεινότητα του Κώστα Μήτρογλου. Ομως ο Μήτρογλου, το έχω ξαναγράψει, είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση – ένας τύπος από άλλο πλανήτη που συμβαίνει να παίζει στην Εθνική μας, γιατί εδώ προσγειώθηκε το διαστημόπλοιό του. Ο Μήτρογλου είναι μια γοητευτική εξαίρεση – άλλον σαν αυτόν δεν θα ξαναδούμε ίσως ποτέ. Ο Παπασταθόπουλος από την άλλη, είναι ο πιο μοντέρνος ποδοσφαιριστής, που έχει αυτή η ομάδα: η σπουδαιότητα του δεν έχει να κάνει με την όποια εξαιρετικότητα του, αλλά απλά με την παρουσία του. Ο Σωκράτης είναι σχεδόν πάντα αξιόπιστος, σταθερός, υπέροχος και αληθινός αρχηγός γιατί απλά πατάει το γήπεδο. Είναι τόσο καλός που τα ελάχιστα μέτρια ή άσχημα ματς τα θυμόμαστε όλοι, ενώ θεωρούμε πλέον εντελώς φυσιολογικό να είναι ο κορυφαίος του αγώνα. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν καλά και κακά ματς του Σωκράτη: είναι κανόνας το να ξεχωρίζει και πάντα να διακρίνεται. Ισως γιατί αυτό το δρόμο της προσήλωσης, της συνεχούς προσπάθειας, της αυτοβελτίωσης τον ακολουθεί πεισματικά από μικρός.

 

Πρώτος σαν βετεράνος

Ο πρώτος άνθρωπος που ορκιζόταν στα προσόντα του Παπασταθόπουλου όταν ακόμα κανείς δεν τον ήξερε ήταν ο Ντέμης Νικολαϊδης. Τον θυμάμαι στο γραφείο του, ως πρόεδρο της ΑΕΚ, να μου μιλάει για τον Παπασταθόπουλο και να λάμπουν τα μάτια του: δεν θα το πιστέψει κανείς, αλλά μου έδειξε μια εικόνα του τότε πιτσιρικά Σωκράτη κι αφού μου είπε πως αυτός και μόνο θα γίνει αληθινά σπουδαίος, την φίλησε (!) – όπως τις εικόνες των Αγίων τα παιδιά του κατηχητικού. Όταν αργότερα τον είδα να αγωνίζεται τον Παπασταθόπουλο κατάλαβα τον πηγαίο θαυμασμό του Νικολαϊδη: το παιδί καλά καλά δεν έμοιαζε Ελληνας ποδοσφαιριστής. Ηταν 17 χρονών κι έβγαινε πρώτος στη μπάλα σαν βετεράνος, έπαιζε ατάραχος σαν να έχει φάει την μεγάλη κατηγορία με το κουτάλι, κάλυπτε συμπαίκτες σαν αυτοί να είναι οι μικροί που θέλουν καθοδήγηση.

Ο Παπασταθόπουλος γεννήθηκε μεγάλος και έτοιμος. Κανείς ποτέ δεν είπε ότι ωρίμασε, γιατί κανείς δεν τον θυμάται ανώριμο και άγουρο. Κανείς ποτέ δεν έγραψε για την πρόοδό του γιατί ήταν έτοιμος και υψηλού επιπέδου από την πρώτη στιγμή. Κι αυτό το επίπεδο, σε συνδυασμό με ένα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα επαγγελματισμό τον έκαναν τον σπουδαίο ποδοσφαιριστή που είναι σήμερα: τον ποδοσφαιριστή που τον Ιανουάριο του 2017 είχε ψηφιστεί ως ο καλύτερος αμυντικός του πρώτου γύρου της Μπουντεσλίγκα, σε μια στιγμή μάλιστα που η ομάδα του, η συμπαθέστατη  Μπορούσια Ντόρτμουντ δεν έκανε και σπουδαία πράγματα.

Καριέρα με το γκάζι τέρμα

Ο Παπασταθόπουλος ανέβηκε τα σκαλιά της επαγγελματικής του καριέρας χωρίς ποτέ να κοιτάξει πίσω του. Του χρειάστηκαν 11 μόλις ματς με τη Νίκη Βόλου για να γυρίσει στην ΑΕΚ και να πάρει σε χρόνο ρεκόρ την φανέλα του βασικού. Του χρειάστηκαν μόλις 38 ματς με την ΑΕΚ για να πάει στην Ιταλία και στην Τζένοα. Του χρειάστηκαν μόλις 51 ματς για να υποχρεώσει τη Μίλαν να πληρώσει πολύ σοβαρά χρήματα και να τον αγοράσει. Ο Παπασταθόπουλος έχει υποχρεώσει τέσσερεις συλλόγους του εξωτερικού να τον αποκτήσουν με μεταγραφή: η Τζένοα, η Μίλαν, η Βέρντερ, η Μπορούσια δεν του έδωσαν απλά ένα συμβόλαιο, αλλά πλήρωσαν σημαντικά ποσά για τις υπηρεσίες του. Η προσαρμοστικότητα του Παπασταθόπουλου είναι κάτι που πραγματικά είναι αξιοθαύμαστο: με την εξαίρεση της Μίλαν, που δεν τον πίστεψε και μετάνιωσε φρικτά, ο Παπασταθόπουλος έπαιξε αμέσως σε όποια ομάδα κι αν βρέθηκε: δεν υπάρχει προπονητής, που μετά από μια προπόνηση, δεν του έχει δώσει φανέλα βασικού!

   

Τρανό παράδειγμα η καριέρα του στην Εθνική. Ο Ρεχάγκελ, που δύσκολα έδινε ευκαιρίες σε μικρούς, τον πρωτοκάλεσε τον Φεβρουάριο του 2008 σε ένα φιλικό. Δυο μόλις χρόνια αργότερα και μολονότι είχε μπροστά του αμυντικούς αξιόπιστους όπως ο Κυργιάκος και ο Αντζας και ήρωες αληθινούς όπως ο Δέλλας, ο Παπασταθόπουλος βρέθηκε βασικός στην Εθνική και στα γήπεδα της Νοτίου Αφρικής κυνηγούσε τον Μέσι! Από τη στιγμή μάλιστα που έβαλε την φανέλα με το εθνόσημο όλοι καταλάβαμε πως με αυτή θα έσπαγε κάθε ρεκόρ: θα γινόταν αρχηγός της ομάδας και ηγέτης της άμυνας, θα τον αντιμετωπίζαμε πάντα με σεβασμό, θα έκανε πάντα ό,τι καλύτερο μπορούσε – έτσι κι έγινε. Ο Παπασταθόπουλος δεν πρόδωσε ποτέ τις ελπίδες μας και τις προσδοκίες μας: ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της Εθνικής αυτός είχε την συνείδησή του ήσυχη. Το μεγαλύτερο παράσημό του είναι ότι όλοι οι παλιοί της Εθνικής, όλοι οι μύθοι και οι θρύλοι της, αν τους ρωτήσεις ποιον από τους τωρινούς θα ήθελαν ως συμπαίκτη, απαντούν λέγοντας το όνομά του. Γιατί δεν πρέπει να υπάρχει συμπαίκτης καλύτερος από αυτό το σπάνιο παλληκάρι.

Θα είναι φτωχό το Μουντιάλ

Ακούω πολλούς να λένε ότι το μουντιάλ θα είναι κομμάτι φτωχότερο αν λείψουν από αυτό ο Μόντριτς, ο Ράκιτιτς, ο Πέρισιτς, ο Μάντζουκιτς κι ότι αν η Εθνική μας αποκλειστεί θα αποκλειστεί από μια ομάδα που στην Ρωσία μπορεί και να πρωταγωνιστήσει. Εγώ πάλι λέω πως, στα χρόνια που οι μεγάλοι αμυντικοί είναι σπάνιοι, το μουντιάλ θα είναι φτωχότερο αν λείψει ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος – πιθανότατα ο καλύτερος Ελληνας αμυντικός που έχω δει με τα μάτια μου, και πιστέψτε με έχω δει πολλούς.

Πονάει, είπε στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου αλλά θέλει να παίξει. Κι εμείς θα πονέσουμε Σωκράτη. Αν απόψε λείψεις…