Συγκίνηση για ένα όνειρο

Συγκίνηση για ένα όνειρο

Ισως να οφείλεται στο ότι είχαμε χρόνια να δούμε ένα έλληνα αθλητή να κερδίζει ένα χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς, ίσως πλέον να μάθαμε να τα συζητάμε όλα. Το μετάλλιο της Αννας Κορακάκη συζητήθηκε χθες ποικιλοτρόπως βγάζοντας στην επιφάνεια και διάφορα στραβά που κουβαλάμε μέσα μας: κυνισμό, μικροψυχία, απόλυτη ανικανότητα κατανόησης της χαράς, αλλά και αγάπη για τις εθνικιστικές κορώνες για το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής κτλ. Τις αξίζουμε τελικά ως κάτοικοι αυτής της χώρας τις όποιες αθλητικές επιτυχίες; Η τις χρειαζόμαστε απλά για να τις κοροϊδεύουμε κι αυτές φαρμακώνοντας όποιον τις χαίρεται;

Επιτυχίες και υπερβολές

Εχω ζήσει τις μεγαλύτερες ελληνικές επιτυχίες και τις μεγαλύτερες υπερβολές που τις συνόδευσαν. Το 1982 όταν η Βερούλη και η Σακοράφα πήραν μετάλλια στους Πανευρωπαϊκούς της Αθήνας διάφοροι αγόραζαν ακόντια για τα παιδιά τους για να τα κάνουν πρωταθλητές: μας έβαλαν και ρίξαμε ακόντιο και στο σχολείο κι επειδή το προαύλιο ήταν μικρό ένα έφυγε, έπεσε στο διπλανό δρόμο και παραλίγο να τραυματίσει μια γιαγιά που είχε ένα περίπτερο. Θυμάμαι τις γριές να σταυρώνουν την τηλεόραση του 1987 κάθε φορά που ο Γκάλης επιχειρούσε μπάσιμο και θυμάμαι ότι η Αρχιεπισκοπή Αθηνών το πρωί του τελικού με τη Ρωσία είχε βγάλει ανακοίνωση, με την οποία μας καθησύχαζε ότι το βράδυ η Παναγιά θα ναι μαζί μας. Θυμάμαι όλη την Ελλάδα ξαφνικά να αναδεικνύει σε σταρ τον Ιακώβου και τον Τζέκο, θυμάμαι τα «δεν θα πάρεις κύπελλο ποτέ Αλβανέ» το 2004, όταν η Εθνική μας κέρδισε το Euro, θυμάμαι τους συγγενείς των αθλητών στα τηλεοπτικά παράθυρα, τις κάκιστες και συχνά πανάκριβες εκπομπές της ΕΡΤ που συχνά ήταν ένα telemarketing φουστανέλας, την αμηχανία όλων κάθε φορά που ένας εθνικός ήρωας πιάνονταν ντοπέ, τις κραυγές «για την Ελλάδα ρε γαμώτο» και τις διαβεβαιώσεις για την υπεροχή του DNA του έλληνα ενώ πολιτικοί, που σήμερα αποστρέφονται (;!) το λαϊκισμό, βαράγανε παλαμάκια. Όλα αυτά τα θυμάμαι, με κάμποση αποστροφή και θλίψη είναι αλήθεια, αλλά όλα αυτά έχουν ελάχιστη σχέση με τον αθλητισμό: είναι υπερβολές και στρεβλώσεις και μάλιστα όχι απαραίτητα ελληνικές.

Παραγωγός αθλητικών συναισθημάτων

Επειδή ακούω και διαβάζω διάφορα θέλω να θυμίσω ότι ο αθλητής μεταξύ πολλών άλλων είναι και ένας υπέροχος παραγωγός θετικών αισθημάτων. Μπορεί να προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό (και σε αυτό μπορεί να μοιάζει με τον καλλιτέχνη, τον κάθε καλλιτέχνη), αλλά και χαρά και συμπόνια και καμιά φορά στις ήττες του και μια γλυκιά θλίψη. Αν οργίζεσαι με τον αθλητή γιατί αποτυγχάνει ή αν ζητάς από αυτόν να σε εκπροσωπεί για να γίνεις περήφανος είναι πρόβλημά σου: ο αθλητής δίνει μόνο τον αγώνα του και στον αγώνα του είναι αυτός και η ομάδα του – οι άλλοι απλά παρακολουθούν εξ αποστάσεως, όσο κι αν νομίζουν ότι συμμετέχουν. Μια θετική αντίδραση απέναντι σε μια αθλητική επιτυχία μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αναγνώρισης της ικανότητας του αθλητή, μπορεί να είναι συνακόλουθο της γνώσης της δυσκολίας του σπορ από τον φίλαθλο, μπορεί να προκύπτει από τη δεξιότητα ή την αντοχή ή την πίστη του αθλητή και μπορεί απλά να γεννιέται μέσα μας μετά από μια τίμια ή δύσκολη ή σπάνια νίκη του. Το με τι συγκινείται ο καθένας έχει να κάνει με την σχέση του με τα σπορ ή και με τη σχέση του με τον ίδιο τον αθλητή. Σαφώς και συγκινείσαι πιο πολύ, αν με τον αθλητή είσαι δεμένος και ξέρεις τις θυσίες του, αλλά κι αν δεν τον γνωρίζεις και δεν κατέχεις και τα μυστικά του αθλήματός του, δεν σημαίνει ότι οφείλεις μπροστά στο κατόρθωμα να μείνεις ασυγκίνητος ή να μην χαρείς: αν για μια στιγμή έστω ταυτίστηκες με την αγωνία του μπορείς να χειροκροτήσεις, να πανηγυρίσεις, να δακρύσεις – αυτό άλλωστε θέλει και κάθε αθλητής.

Η δύναμη της επιτυχίας

Στην περίπτωση του χρυσού της Αννας Κορακάκη ήταν πολλοί αυτοί που το πανηγύρισαν χωρίς να γνωρίζουν ούτε την ίδια την πρωταγωνίστρια, ούτε το σπορ: αν κάτι θα ήταν σωστό να επισημάνουμε είναι ακριβώς αυτή τη δύναμη της επιτυχίας της, που έκανε πολλούς ανθρώπους (όχι όλους φυσικά – δεν είναι άλλωστε υποχρεωτικό…) να δουν το κορίτσι με θαυμασμό ειλικρινή. Τους κανόνες της σκοποβολής μπορεί να μην τους ήξεραν – άλλωστε η σκοποβολή δεν ανήκει στα προβεβλημένα σπορ. Πουθενά στον κόσμο δεν συμβαίνει όλα τα σπορ να έχουν την ίδια προβολή, πουθενά δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τον αθλητή για να συγκινηθείς με το κατόρθωμά του, πουθενά την ώρα ενός θριάμβου δεν γίνονται συζητήσεις για τα γούστα του φιλάθλου, το τι παρακολουθεί και τι τον διασκεδάζει: εδώ γεμίσαμε τύπους που μας κουνάνε το δάχτυλο για τα πάντα! Σε τελική ανάλυση το να κερδίσεις την προσοχή κάποιου που δεν γνωρίζει το σπορ και τους ήρωές του, είναι πάντα πιο δύσκολο από το να πάρεις το χειροκρότημα των φανατικών ή όσων σε περιμένουν να σε αποθεώσουν ή να σε κριτικάρουν, ως γνώστες του σπορ και της δυσκολίας του. Το να κερδίσεις φίλους είναι πάντα δυσκολότερο από το να τους χάσεις και δεν είναι ποτέ απλό να προκαλείς χαρά ή συγκίνηση. Δεν είναι υποχρεωτικά να χαίρεσαι, αλλά αυτοί που συγκινούνται με το αθλητικό κατόρθωμα δεν χρειάζεται και ν απολογούνται κιόλας! Όπως δεν χρειάζεται ν απολογούνται αν στο σινεμά συγκινηθούν με μια ιστορία που διαδραματίζεται στο β παγκόσμιο πόλεμο που δεν έζησαν ή να απολογηθούν γιατί τους άγγιξε ένα βιβλίο ενός άγνωστου συγγραφέα, που έπεσε στα χέρια τους τυχαία και που αύριο, (ποιος ξέρει;) μπορεί να γίνει και ο αγαπημένος τους.

Με συγκινούν πάντα πολύ

Ναι, με συγκινούσαν πάντα πιο πολύ οι ιστορίες αθλητών, που εμφανίζονταν από το πουθενά και κέρδιζαν μετάλλια – με συγκινούσαν πάντα πολύ περισσότερο από τα κατορθώματα των αθλητών που είχαμε στο στίβο ή στην άρση βαρών, όταν κάναμε μαζική παραγωγή πρωταθλητών, επειδή είχαμε λεφτά για ξόδεμα. Ναι, δύσκολα θα έβλεπα μια συνέντευξη της Αννας ένα χρόνο πριν και μπορεί να μην τη δω κι ένα χρόνο μετά, αλλά στο εξής στους μεγάλους Αγώνες θα την περιμένω πάντα για να την καμαρώσω νικήτρια χωρίς να αισθάνομαι ότι μου το χρωστάει. Ναι, δεν γνώριζα το Μουρούτσο, τον Κακλαμανάκη, το Δήμα, την Μπεκατώρου, πριν πάρουν τα μετάλλια, αλλά τη στιγμή που τους έσφιξα το χέρι τη θυμάμαι ακόμα. Ναι, το μετάλλιο είναι της Αννας Κορακάκη και του μπαμπά της, αλλά όταν η Αννα έτρεξε να τον αγκαλιάσει πετώντας από πάνω την άγια ένταση, ομολογώ ότι ανατρίχιασα. Ναι, θυμήθηκα το φίλο μου τον Ηλία τον Μπαζίνα που αγαπούσε τη σκοποβολή και την Αγη Κασούμη για την οποία πάντα έτρεφα μεγάλη συμπάθεια γιατί είναι μια μεγάλη κυρία του αθλητισμού μας. Ναι, συγκινούμαι χωρίς ενοχές όταν ακούω τον εθνικό ύμνο και βλέπω την ελληνική σημαία να κυματίζει για την πρωτιά ενός δικού μας αθλητή στους μεγάλους αγώνες. Συγκινούμαι όχι γιατί «γονατίζει η υφήλιος μπροστά στην Ελλάδα», ούτε γιατί επιβεβαιώνεται «η υπεροχή της χώρας έναντι των εχθρών της», ούτε γιατί «υπάρχει μια καλύτερη Ελλάδα και τη θέλουμε», αλλά γιατί ένα δικός μας παιδί έκανε το όνειρό του πραγματικότητα σε μια χώρα, που και για να ονειρεύεσαι κάποιος πάντα θα σου ζητήσει το λογαριασμό.

Θέλω απλά να πω τον επίλογο αυτής της υπέροχης καλοκαιρινής ιστορίας. Ενα κορίτσι από τη Δράμα σε ένα σπορ ιστορικό, δύσκολο και παγκόσμιο πήρε δυο μετάλλια στους Ολυμπιακούς και ναι έκανε   κόσμο να χαρεί και να συγκινηθεί– συγκίνησε ειδικά εκείνους που κατάλαβαν ότι τα κέρδισε με τη δουλειά της και την αξία της μόνη της. Και σε όποιον την επιτυχία του κοριτσιού ή τη δική μας χαρά και συγκίνηση θέλησε να τα φαρμακώσει λέω μόνο και από καρδιάς «άι σιχτίρ, σκατόψυχε».