Τα ιερά και τα παραφουσκωμένα 80΄ς

Τα ιερά και τα παραφουσκωμένα 80΄ς

Απόψε το βράδυ στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι εγκαινιάζεται μια γιγάντια έκθεση με τίτλο «GR80s: Η Ελλάδα του Ογδόντα». Το πρόγραμμα της περιλαμβάνει εκτός από πολλά εκθέματα που συναντάς  στα δεκαοκτώ συνολικά περίπτερα και πολλές παράλληλες δράσεις (συζητήσεις, επιστημονικές ημερίδες, κινηματογραφικές προβολές, θεατρικές παραστάσεις κτλ) που θα γίνουν και στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Η έκθεση υπόσχεται να «εισάγει τον επισκέπτη στην ελληνική δεκαετία του ’80, μέσα από μια διαδρομή που περιλαμβάνει τέσσερις θεματικές κατηγορίες: την πολιτική, τις τέχνες, τον τρόπο ζωής και την τεχνολογία». Την Πέμπτη στην πρώτη συζήτηση, που έχει θέμα τον αθλητισμό στα 80΄ς, θα πάρω μέρος κι εγώ – είπα «ναι» στην πρόταση με κάμποση αμηχανία και δεν την αρνήθηκα μόνο γιατί οι διοργανωτές είναι φίλοι: ομολογώ ότι έχω πάντα ένα πρόβλημα, όταν μιλάω για παιδικούς ήρωες. Θεωρώ τη νοσταλγία ένα είδος αρρώστιας, μην πω κατάρα. Πάντως η έκθεση δεν έρχεται να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας, αλλά κατά κάποιο τρόπο να την επικαιροποιήσει. Διότι η δεκαετία του ‘80, τα 80’ς, η «εϊτίλα» μας καταδιώκει με διάφορους τρόπους καιρό τώρα.

Η ιερότητα των παιδικών χρόνων

Για πολλούς τα 80’ς είναι τα παιδικά τους χρόνια και είναι ως εκ τούτου ιερά. Είναι μια πλαστική μπάλα με τη στάμπα του Ολυμπιακού, του ΠΑΟ, της ΑΕΚ, του ΠΑΟΚ, την οποία κλωτσούσαμε σε αλάνες και πλατείες συμφωνώντας ότι στα τρία κόρνερ χτυπάς ένα πέναλτι. Είναι το αντιανεμικό Adidas, με τη διπλή ρίγα, τα πρώτα Nike, τα τζιν και η φόρμα Ασικς Τάιγκερ. Είναι το κρυφτοκυνηγητό και το τσιλίκι στις διακοπές. Είναι το «Μπλέκ» και το «Αγόρι» ή η «Κατερίνα» και η «Μανίνα». Είναι το «Παιδί πάνθηρας» και φυσικά ο Ρόι Ρέις – τα κοριτσίστικα τότε δεν τα διάβαζα. Είναι η μαθητική ποδιά που ήταν Τσεκλένης. Είναι τα Τσακάλια του Δαλιανίδη στα θερινά σινεμά και ο «Ανδροκλής και τα Λιοντάρια του» στην ΕΡΤ. Είναι η ΥΕΝΕΔ που έγινε ΕΤ2, αλλά συνέχιζε να μεταδίδει το «οι Ουρανοί είναι δικοί μας». Είναι το σπίτι της γιαγιάς στην εξοχή που είχε τον καμπινέ έξω. Είναι ο Μπόλεκ και Λόλεκ και το βίντεο που ήρθε σπίτι μετά την έγχρωμη τηλεόραση. Είναι η Μαρία Αλιφέρη που έπαιζε στην «Κραυγή των Λύκων» και παρουσίαζε τα «Τετράγωνα των Αστέρων». Είναι ο διαγωνισμός του Εθνους στον οποίο έπρεπε να απαντήσεις ποιος ήταν ο δολοφόνος στους «Ιερόσυλους» πριν τον ανακαλύψει ο δημοσιογράφος Μαρτέλης. Είναι το ΟΑΚΑ που γέμιζε διαρκώς, ακόμα και στη συναυλία για τη Διεθνή Αμνηστία. Είναι ο Αναστό και ο Μητρό, ο Ζάετς, ο Ρότσα κι ο Σαραβάκος, ο Μαύρος ο Θεός, το ιστορικό πρωτάθλημα της ΑΕΛ, το μπάσκετ των θαυμάτων, με το Γκάλη το Γιαννάκη το Φιλίππου και τα άλλα παιδιά. Είναι αγγλικό ποδόσφαιρο κάθε Σάββατο και ΝΒΑ Κυριακή πρωί. Είναι οι κασέτες με ελληνικό ροκ, το «Από τις 4 στις 5 του Γιάννη Πετρίδη» στο πρώτο πρόγραμμα, τα Λευκώματα που κρατούσαν τα κορίτσια και που ήταν το FB και το Twiter της εποχής. Είναι ένας παράνομος ραδιοφωνικός σταθμός, που «αυτός που ξέρεις αφιέρωνε σε σένα ξανθιά Ρουμάνο το ωραιότερο τραγούδι της Bony Tyler». Είναι ένα πάρτι γενεθλίων, είναι ο Μαραντόνα, είναι ένα πόστερ με τους δυο τυπάδες που παίζανε στα «Περιπολικά εν δράση» γιατί δεν βρήκες εκείνο με τους «Ντιούκς». Αλλά τα 80΄ς δεν κουβαλάνε μόνο την παιδικότητα μας – θα λεγα ότι αυτή δεν είναι καν δική τους, είναι μόνο δική μας.

Η πορεία προς την ισοπέδωση

Τι είναι τα 80’ς το σκέφτομαι κάθε φορά, που τα βρίσκω μπροστά μου, γιατί είναι στη μόδα τα ρημάδια. Αν χρησιμοποιούσα μια λέξη για να τα περιγράψω θα χρησιμοποιούσα την παράξενη λέξη «λείανση». «Λείανση» σημαίνει «εξομάλυνση», «άμβλυνση», αλλά και «τρίψιμο». Είναι η δεκαετία που η Ελλάδα τρίφτηκε προσπαθώντας να πετύχει την άμβλυνση των διαφορών και την κοινωνική και πολιτική της εξομάλυνση και αυτοκαταστροφικά τα κατάφερε: για την ακρίβεια άνοιξε το δρόμο, ώστε στα 90’ς να ισοπεδωθούν περίπου όλα. Τα 80’ς ξεκίνησαν με την απαίτηση για αλλαγή και τελείωσαν με την απαίτηση για κάθαρση: σε όλες αυτές τις πολιτικές περιπέτειες πρωταγωνιστής υπήρξε το ΠΑΣΟΚ, που έφερε τελικά μια νέα γλώσσα – τότε δεν το κατάλαβαν, αλλά τελικά έγιναν ΠΑΣΟΚ όλοι, μηρυκάζοντας ένα συνθηματολογικό λόγο, που χάιδευε χωρίς να προβληματίζει. Ξεκινήσαμε με το «Όχι στην ΕΟΚ» και καταλήξαμε με πιστωτικές και δάνεια γιατί το χρήμα έβγαλε στην επιφάνεια τον πραγματικό εαυτό μας. Τα 80’ς υπήρξαν σε αυτό ένας απίστευτος παραμορφωτικός καθρέφτης: ξεκίνησαν με πολιτικά συνθήματα και τελείωσαν με τη διαπίστωση ότι «η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή» – εξώφυλλο στο Κλικ. Ξεκίνησαν με Σοσιαλισμό του «Εδώ και Τώρα» και τελείωσαν με την πτώση του Βερολίνου: είναι η δεκαετία που η Ελλάδα αρχικά πήγαινε ανάποδα σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο και στο τέλος έτρεχε σαν υστερική να τον προλάβει. Είναι η δεκαετία που ξεκίνησε με τις μεγάλες συγκεντρώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και τελείωσε με τη γιορτή της πρωτοχρονιάς στο Σύνταγμα, όταν ο Στράτος Διονυσίου τραγουδούσε στο πλήθος πως «ο λαός τραγούδι θέλει, φτάνουν τα προβλήματα» κι αυτό αλάλαζε. Ξεκίνησε με το Νιόνιο να φεύγει με ένα αερόστατο στους Ουρανούς τραγουδώντας το «Ας κρατήσουν οι χοροί», που θα μπορούσε να είναι κι ο νέος εθνικός ύμνος της χώρας και τελείωσε με τον κύριο Σαββόπουλο κουρεμένο να λέει ότι είμαστε όλοι «κωλοέλληνες» - εγώ ήμουν ένας από αυτούς που του έδιναν δίκιο. Η λείανση στα 80’ς μετέτρεψε τον πολιτικό προβληματισμό σε πολιτικάντικη αντιπαράθεση, την αγωνία για ζωή σε αγωνία για κατανάλωση, τον διστακτικό έρωτα σε καψούρα, τις μαθήτριες με τις ποδιές σε κουκλάρες με μίνι, τον Ολυμπιακό από επαγγελματία πρωταθλητή σε πρωταγωνιστή σε πέτρινα χρόνια. Ξεκινήσαμε με την αυτάρεσκη βεβαιότητα ότι η «Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες» πίνοντας τσίπουρο και καταλήξαμε με ένα Τζόνι με πάγο στη Μύκονο να συζητάμε για το δικαίωμα του Αντρέα να κερατώνει την Μαργαρίτα με τη Δήμητρα. Η λείανση έφερε χαλαρότερες συνειδήσεις, συνθήματα του τύπου «Τσοβόλα δώσ’ τα όλα», ιδιωτική ραδιοφωνία και ιδιωτική τηλεόραση αλλά με κάμποση σάχλα: όχι τυχαία το βιβλίο σουξέ της δεκαετίας είναι η «Αβασταχτη ελαφρότητα του Είναι» - την βρήκαμε στο δρόμο την ελαφρότητα και πολύ μας άρεσε είναι αλήθεια.

Λάθος συμπεράσματα

Η δεκαετία του ’80 έχει όλο το καλτ των παιδικών μας χρόνων, αλλά η νοσταλγία της οδηγεί μόνο σε λάθος συμπεράσματα: δεν γίναμε καλύτεροι κι ας ζήσαμε καλύτερα σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι ήρωες της δεκαετίας του ‘80 ήταν λαοπλάνοι και φούσκες. Η 17η Νοέμβρη, ο Κοσκωτάς, η Αυριανή των αποκλειστικών φωτογραφιών του Μητσοτάκη στην αρχή και της Μιμής αργότερα, ο Τραβόλτα και η ντίσκο, το ελληνικό ροκ, εν τέλει ο βασιλιάς της δεκαετίας Αντρέας δεν ήταν ιστορίες που είχαν τη δύναμη που νομίζαμε. Εμεινε μόνο το χρυσό στην Αθήνα το 87, όταν ο Γκάλης περπατούσε στον αέρα κι ο Καμπούρης έβαλε σεληνιασμένος τις βολές ενώ ο Φίλιππας Συρίγος περιέγραφε και το αργυρό δυο χρόνια αργότερα, όταν ένα τρίποντο του Φάνη νίκησε τον Σαμπόνις. Για αυτό το δεύτερο μετάλλιο ούτε καν μιλάμε, γιατί ήταν το μετάλλιο της καθιέρωσης και της ωριμότητας. Τα 80’ς δεν συνδυάζονται με αξίες: στο τέλος έμεινε στο μυαλό μας, και στον αθλητισμό και στην πολιτική και στις Τέχνες και παντού, μόνο το τζέρτζελο…