Τα μάρμαρα που καίνε...

Τα μάρμαρα που καίνε...


Όταν μου ζήτησαν από τον ΠΣΑΤ να μιλήσω στο 5ο Διεθνές Σχολείο Αθλητικών Συντακτών είπα αμέσως ναι για ένα κυρίως λόγο: είχα χρόνια να κατεβώ στην Αρχαία Ολυμπία, τόπο διεξαγωγής του. Είχα χρόνια να επισκεφτώ το μοναδικό αυτό χώρο, που με μαγνητίζει με την απεραντοσύνη της ιστορίας του. Κάθε ευκαιρία να βρεθώ εκεί είναι δώρο ζωής.

Η διαδρομή της ιστορίας

Την πρώτη φορά που πήγα στην Αρχαία Ολυμπία πήγα από τη Δημητσάνα: είμασταν εκεί για τριήμερο. Έκτοτε τις λίγες φορές που έχω πάει, όταν κατεβαίνω από την Αθήνα, προτιμώ την μάλλον δυσκολότερη διαδρομή, δηλαδή μπαίνω από τη Βυτίνα. Ο δρόμος δεν είναι ο καλύτερος και για αυτό προτιμώ να ταξιδεύω νωρίς το απόγευμα: η διαδρομή μετά τα Λαγκάδια αγριεύει. Αλλά είναι αναμφίβολα μια εντυπωσιακή διαδρομή ελληνικής ιστορίας: η απόλυτη συνάντηση του ξεσηκωμού του ‘21 με τη γοητεία της ελληνικής αρχαιότητας. Κάνοντας τη διαδρομή καταλαβαίνεις τη φράση του Μακρυγιάννη για τα μάρμαρα – αυτό το «για αυτά πολεμήσαμε», που είναι το δεύτερο Μολών Λαβέ της ελληνικής ιστορίας. Περνώντας από τα Κολοκοτρωνέικα με κατεύθυνση ένα από τα αιώνια σύμβολα πολιτισμού της ελληνικής αρχαιότητας, δηλαδή την Αρχαία Ολυμπία, στις δυο ώρες περίπου της διαδρομής κατανοείς ότι αν η ελληνική ταυτότητα δεν έσβησε, μεγάλη σημασία έχουν αυτά τα δύσβατα βουνά, τα μάρμαρα κι ο δρόμος της μεταξύ τους συνάντησης. Τα λεηλατημένα «μάρμαρα της Πελοποννήσου», που θα λεγε κι ο Μακρυγιάννης, τα εγκαταλελειμμένα  στο έλεος του χρόνου από τους Βυζαντινούς, ήταν το εν τούτου νίκα της ελληνικής ταυτότητας – η αιώνια υπενθύμιση, πως κάτω από την σκιά των βουνών της Αρκαδίας, στην Ηλεία των παράξενων αρχαίων τοπωνυμιών, υπάρχει μια Αρχαία Πολιτεία φορτωμένη με μύθους, που έρχεται από πολύ μακριά και που λειτουργεί ως αιώνια υπενθύμιση πως ο τόπος αυτός είναι ελληνικός. Τρυπώντας με το αυτοκίνητο την καρδιά της Πελοποννήσου την ακούς: είναι η ίδια καρδιά που ανάγκασε το ραγιά να ψάξει την λευτεριά του. Και τη δική του, αλλά κι αυτή των μαρμάρων.

Ανέβηκε στον Ολυμπο

Στην Αρχαία Ολυμπία έμεινα στην Διεθνή Ολυμπιακή Ακαδημία, μια όαση την ύπαρξη της οποίας αγνοούσα. Τοποθετημένη δίπλα ακριβώς στον αρχαίο χώρο, ξεκίνησε να χτίζεται τη δεκαετία του ’60 για να φιλοξενήσει ιστορικούς κι αρχαιολόγους που έφταναν να μελετήσουν το χώρο. Σήμερα είναι ένας υπέροχα οργανωμένος πολυχώρος με κοιτώνες, γήπεδα, εστιατόρια, αίθουσες για συνέδρια – τα πάντα. Όλα είναι λιτά και λειτουργικά, όπως η περίσταση απαιτεί και θα πρεπε να είναι προορισμός όλων των σχολείων της χώρας: το απαραίτητο στέκι για να κατεβείς στον αρχαιολογικό χώρο, που είναι πάντα ο μεγάλος προορισμός. Ξύπνησα με το εγερτήριο της Ακαδημίας λίγο πριν τις 8 το πρωί και κατέβηκα να δω τον υπέροχο χώρο αρχικά από ψηλά. Η Αρχαία Ολυμπία είναι πρώτα από όλα ο τόπος του μεγάλου έρωτα του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας – από αυτόν ξεκίνησαν όλα. Ο Πέλοπας διεκδίκησε το χέρι της αγαπημένης της από τον ίδιο τον πατέρα της, τον βασιλιά Οινόμαο τον οποίο έπρεπε να νικήσει σε μια μοιραία και θανατηφόρα αρματοδρομία: το έκανε. Για να εξευμενίσει τον Δία και την Ηρα για το θάνατό του Οινόμαου καθιέρωσε την αρματοδρομία στην Ολυμπία ως λατρευτικό τελετουργικό. Και μετά προστέθηκαν ο δρόμος, η πάλη, το παγκράτιο, η φήμη, η θέληση για την πρωτιά. Και στο μαγικό αυτό χώρο ξεκίνησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, η ιστορία της μεγαλύτερης γιορτής του αθλητισμού, που ακριβώς επειδή γεννήθηκαν από ένα έρωτα ακόμα και σήμερα γεννούν ιστορίες που προκαλούν ταραχές στην καρδιά των ανθρώπων. Μπορεί στην Αρχαία Ολυμπία να μην υπάρχει πιά το Χρυσελεφάντινο Άγαλμα του Δία, για το οποίο ο ποιητής έγραψε πως «ή ο δημιουργός του ανέβηκε στον Όλυμπο ή ο ίδιος ο Θεός του παρουσιάστηκε», μπορεί τον ίδιο τον Ναό του Δία να δυσκολεύεσαι να τον φανταστείς, αλλά περπατώντας απλά στον ποτισμένο από ιδρώτα και αίμα χώρο, καταλαβαίνεις πως, αν υπάρχει κάτι που μέχρι σήμερα έμεινε ακριβώς όμοιο με την μαγική στιγμή της εμφάνισής του, είναι αυτή η αρχέγονη χαρά της πρωτιάς. Ακόμα κι αν όλα αλλάξουν ένα παιδί θα τρέξει για να βγει πρώτο, θα σηκώσει τα χέρια ψηλά πανηγυρίζοντας, θα νοιώσει το ίδιο ακριβώς συναίσθημα ευτυχίας, που στην Αρχαία Ολυμπία ακόμα και σήμερα αναπνέεις.

Προς το Ναό του Απόλλωνα

Εφυγα αμέσως μετά τις πρωινές ομιλίες για να ολοκληρώσω την περιπλάνησή μου σε αυτό το μοναδικό σημείο της Ελλάδας ανεβαίνοντας σε αυτό που είναι το αγαπημένο μου αρχαίο μνημείο, αναφέρομαι στον επιβλητικό, μοναδικό, υπέροχο Ναό του Επίκουρου Απόλλωνα που μας περιμένει πάνω από την Ανδρίτσαινα. Αφησα πίσω την φιλόξενη Διεθνή Ολυμπιακή Ακαδημία δίνοντας την υπόσχεση ότι θα την ξαναεπισκεφτώ και πήρα το δρόμο προς την Κρέστενα διασχίζοντας περιοχές που βλέπεις μόνο στις ταινίες που έχουν γυριστεί βασισμένες τα βιβλία του Στίβεν Κίνγκ. Εδώ δεν υπάρχουν οι ψίθυροι των αγωνιστών του ΄21, που ακούς στους πυκνούς ίσκιους που θα βρεις στο Σταυροδρόμι, αλλά υπάρχει ένας ήλιος καυτός που έχει σταθεί αιτία να σκουριάσουν τα γεφύρια που περνάς αναζητώντας το δρόμο προς το μεταφυσικό του Ναού. Όταν στρίβεις αριστερά προς Ανδρίτσαινα, αφήνοντας πίσω το δρόμο που οδηγεί στην Κρέστενα, το τοπίο πάλι αλλάζει. Όλα μοιάζουν πιο σκληρά, πιο βραχώδη, πιο νότια. Πρέπει να πας προς Μεγαλούπολη και να την προσπεράσεις – για να φτάσεις σ΄ ένα τέτοιος Ναό πρέπει να απαρνηθείς μια μεγαλούπολη, αλλιώς το θέαμα δεν σου αξίζει. Ανεβαίνεις την τραχιά ανηφόρα περιμένοντας να βρεις τα σκαλιά που σε πάνε κατευθείαν στον Ουρανό ώσπου ξάφνου, μεταξύ Ουρανού και Γης, τον βλέπεις: ο Ναός του Επίκουρου Απόλλωνα, σχεδιασμένος και κατασκευασμένος από τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα Ικτίνο είναι η επιτομή της ελληνικής αρχαιότητας. Νομίζεις ότι γύρω του το τοπίο είναι βραχώδες, γιατί χρειάστηκε όλη η ενέργεια της περιοχής για να κατασκευαστεί. Προστατευμένος κάτω από το ειδικό στέγαστρο χάνει λίγη από την επιβλητικότητα του, αλλά τίποτα από την ομορφιά του. Είναι και θα παραμείνει αυτός που προτιμά ο Απόλλωνας: αποκλείεται να μην είχε συμμετοχή στην κατασκευή του – δεν είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να το σχεδίασαν και να το οικοδόμησαν μόνο άνθρωποι.

Κι αυτός κι αυτή μια έκπληξη

Οσες φορές έχω ανεβεί νοιώθω ότι τα μαρμαρά του καίνε. Στην θέα της μεγαλοπρέπειάς του γίνεσαι κοινωνός μιας μοναδικής στιγμής της Ελλάδας. Είναι κι αυτός όπως κι αυτή μια έκπληξη.

Κάθισα στην άκρη του και φαντάστηκα τον Ικτίνο να φτάνει στα 1130 μέτρα του οικοπέδου, όπου και τον κατασκεύασε, έχοντας περπατήσει μέρες στο δυσπρόσιτο όρος Κωτίλιο για να πλησιάσει στην κορυφή του. Η έμπνευσή του ήταν σίγουρα αποτέλεσμα της επαφής του με την ιερότητα της πατρίδας του, της πατρίδας μας: είδε τον ήλιο της και το φεγγάρι της, πάτησε το χώμα της, την γνώρισε, πριν κάτι ακόμα σπουδαίο της χαρίσει. Είχε μια έμπνευση μεγαλύτερη κι από την οικουμενικότητα του Ναού – αυτή η έμπνευση είναι ίσως μια αληθινή απόδειξη ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα ενός Θεού.

Με το μυαλό μου ανίκανο να συλλάβει τη θεϊκή φύση αυτής της έμπνευσης, θέλησα σήμερα να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις γραμμές. Εχοντας την βεβαιότητα ότι κοιτάζοντας το Ναό νοιώθεις ότι απλά αγαπάς την Ελλάδα. Οσο και όπως κάθε τι μοναδικό στον κόσμο αυτό…