Θα μας λείψεις Χουάν Κάρλος Ναβάρο

Θα μας λείψεις Χουάν Κάρλος Ναβάρο

Το αντίο του μεγάλου Χουάν Κάρλος Ναβάρο στην αγωνιστική δράση είναι η αθλητική είδηση της εβδομάδας – ίσως και του καλοκαιριού. Μιλάμε για ένα θρύλο του ευρωπαϊκού μπάσκετ, ένα μεγάλο αντίπαλο των ελληνικών ομάδων, αλλά και ένα από τους πιο μεγαλύτερους σκόρερ που γεννήθηκαν ποτέ στην Ευρώπη. Η είδηση ότι η μπασκετική Μπαρτσελόνα είχε σκοπό να μην τον δηλώσει τη νέα σεζόν στον ρόστερ της είχε κυκλοφορήσει πριν από ένα μήνα. Η Μπάρτσα δεν μπορούσε να βασιστεί πια στον 38χρονο αρχηγό της: αιτία είναι η ηλικία του και τα προβλήματα τραυματισμού του. Το γεγονός ότι η διαρροή έγινε από τη Μπαρτσελόνα κι όχι από τον παίκτη ξεσήκωσε τότε θύελλες. Υπήρξαν πολλοί που είπαν ότι μια ομάδα, όσο μεγάλη κι αν είναι, δεν μπορεί να υποχρεώσει σε αποστρατεία τον αρχηγό της. Οι συζητήσεις ξανάφεραν στην επικαιρότητα την ερώτηση αν υπάρχουν ή όχι, τελικά, κανόνες ηθικής στη σόου μπιζ που λέγεται επαγγελματικός αθλητισμός. Πολλοί μίλησαν για άδικο φινάλε της καριέρας ενός υπερπαίκτη.

Θέλω να με θυμούνται

Την ιστορία την έχω ξαναπεί αλλά μου αρέσει πολύ. Πριν από αρκετά χρόνια ήμουν στο γραφείο ενός περιοδικού και είχε εμφανιστεί για να δώσει την τελευταία του συνέντευξη, πριν το αντίο του στο ελληνικό ποδόσφαιρο, ο μεγάλος Τόνι Σαβέβσκι. «Δεν θέλω να σταματήσω ρε φίλε» μου είχε πει. «Το ποδόσφαιρο το αγαπάω. Αγαπάω τον αγώνα, την προπόνηση, την ένταση. Δεν μπορώ να παίζω πια στην Α’ Εθνική, αλλά πιστεύω πως εύκολα θα έπαιζα ακόμα δυο χρόνια στη Β΄ Εθνική ή σε κάποια χώρα το πρωτάθλημα της οποίας είναι πιο χαμηλού επιπέδου». «Και γιατί δεν το κάνεις;» τον ρώτησα. «Γιατί δεν θέλω να λέει ο κόσμος ότι δεν σταματάω μόνο και μόνο γιατί θέλω να πάρω κι άλλα λεφτά από το ποδόσφαιρο. Και τα τελευταία λόγια πάντα να ξέρεις σε ακολουθούν» είπε. Τότε δεν υπήρχαν Social Media, αλλά ο καλός Τόνι για το τι θα πει ο κόσμος νοιαζόταν. Γιατί το θυμήθηκα αυτό; Γιατί συνήθως το πότε θα πει το αντίο ένας μεγάλος αθλητής εξαρτάται από την γνώμη του κόσμου για αυτόν. Για την ακρίβεια από την ανοχή που δείχνει ο κόσμος στο να παρακολουθεί τη μάχη που δίνει το αγαπημένο ειδωλο με την ίδια τη φθορά του μύθου του.

 

Ο αθλητισμός προκαλεί συνήθως σε όσους τον παρακολουθούν ένα μίξερ συναισθημάτων, που μπερδεύονται γλυκά. Η αγάπη, ο σεβασμός, ο θαυμασμός, η παραδοχή της ικανότητας, η αίσθηση της οφειλής για όσα ο μεγάλος αθλητής έδωσε, δεν είναι ακριβώς τα ίδια πράγματα. Μπορεί ν αγαπάς ένα αθλητή γιατί θυμάσαι πόσα στην ομάδα πρόσφερε, αλλά η τωρινή του ικανότητα προσφοράς να είναι μικρή, όμως από την άλλη αυτό το γεγονός μπορεί να μεγαλώνει και το σεβασμό για την ίδια την ιστορία του. Ο κόσμος συχνά θαυμάζει τους μεγάλους σε ηλικία αθλητές για την αντοχή τους ή γιατί απλά νοσταλγεί τις μεγάλες τους μέρες. Ο αθλητής σπανίως καταλαβαίνει την αλλαγή των συναισθημάτων του κόσμου: νομίζει ότι οι οπαδοί τον αγαπούν πάντα για τους ίδιους πάντα λόγους. Συνήθως όσο πιο σπουδαίος είναι, τόσο περισσότερο δυσκολεύεται να καταλάβει ότι φτάνει, (έφτασε…), η ώρα να πει αντίο.  

Κάποτε ο Πάολο Μαλντίνι

Ένα από τα πιο οδυνηρά φινάλε αθλητή ήταν αυτό του Πάολο Μαλντίνι – παράδειγμα πάντα επίκαιρο για την δυσκολία των μεγάλων να πουν σταματάω εδώ. Το 2008 η Μίλαν με τον Μαλντίνι αρχηγό κατέκτησε το Τσάμπιονς λιγκ κερδίζοντας την Λίβερπουλ στην Αθήνα. Ο Μαλντίνι ήταν 40 ετών και η μοίρα του έδωσε τη δυνατότητα για ένα μεγάλο φινάλε: αυτός όμως συνέχισε κανονικά νομίζοντας ότι βρήκε το μυστικό της αιώνιας νεότητας. Ένα χρόνο αργότερα ο σαρανταενάχρονος Μαλντίνι σφυρίχτηκε σε ένα ματς της Μίλαν στο Τζιουζέπε Μεάτσα από την εξέδρα των οργανωμένων. Ο τότε πρόεδρος της ιταλικής ομοσπονδίας κ. Κάρλο Αμπέτε είχε πει ότι «οι αποδοκιμασίες στον Μαλντίνι θα είναι για το ιταλικό ποδόσφαιρο ένα όνειδος, μεγαλύτερο και από το σκάνδαλο των στημένων ματς». Ο αντιπρόεδρος της ομοσπονδίας και πρώην συμπαίκτης του Πάολο κ. Ντεμέτριο Αλμπερτίνι είπε ότι αν περνούσε από το χέρι του «θα ζητούσε να διακοπούν συμβολικά για δέκα λεπτά τα ματς της επόμενης αγωνιστικής» γιατί «το ποδόσφαιρο τραυματίστηκε από τη συμπεριφορά των οπαδών της Μίλαν». Ο ίδιος ο παίκτης απαντώντας στις επικρίσεις των οργανωμένων είχε πει ότι νοιώθει περήφανος που δεν μοιάζει σε αυτούς που τον αποδοκίμασαν και δήλωσε ότι το πότε θα κρεμάσει τα παπούτσια του αφορά τον ίδιο και μόνο. Η χώρα πήρε θέση στο πλευρό του, ξεχνώντας όπως συμβαίνει όταν προκύπτουν αυτού του τύπου οι καυγάδες, να δει τι αληθινά έγινε και γιατί έγινε.

Ο Μαλντίνι ήταν μια μοναδική περίπτωση. Οι αριθμοί που περιγράφουν τα ποδοσφαιρικά του κατορθώματα είναι πέρα από τη λογική: ο Μαλντίνι παίζοντας εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια επαγγελματικό ποδόσφαιρο έκανε τρεις καριέρες. Σημαντικά κεφάλαια στην ζωή του αποτελούν και δυο επεμβάσεις στα πληγωμένα του γόνατα – τη δεύτερη την έκανε όταν ήταν 37 χρονών για να συνεχίζει να παίζει! Όμως στα 41 του δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Για να σταματήσει χρειάστηκε να στείλουν οι οργανωμένοι της Μίλαν μια επιστολή στις εφημερίδες με τίτλο «Αρχηγός ήταν μόνο ο Φράνκο Μπαρέζι» κατηγορώντας τον ότι η ματαιοδοξία του ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη του για την ομάδα. Ο Μαλντίνι θύμωσε και είπε αντίο – ίσως με τον χειρότερο τρόπο που έχει πει ποδοσφαιριστής: με ένα γήπεδο να τον αποδοκιμάζει σε ένα ματς κόντρα στη Ρόμα. Η σχέση του με τη Μίλαν έγινε χειρότερη και μετά το αντίο: μόλις φέτος επέστρεψε στη διοίκηση της ομάδας μετά από χρόνια μουρμούρας.

Βετεράνοι στα 35

Ο επαγγελματικός αθλητισμός είναι σκληρός και άδικος: οι αθλητές θεωρούνται «γέροι» και «βετεράνοι» στα 35 τους, δηλαδή σε μια ηλικία που όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε μόλις αρχίσει να βάζουμε μυαλό. Όμως, όταν η δυνατότητα προσφοράς ενός αθλητή μικραίνει, υπάρχει ένα πρόβλημα. Ο αθλητής γνωρίζει ότι δεν μπορεί να είναι υπεράνω της ομάδας κι ότι αν η παρουσία του δεν βοηθά την ομάδα πρέπει από αυτή να φύγει, όμως συχνά νοιώθει ότι η ομάδα είναι ο ίδιος! Βλέπει ότι τον αγαπούν, ξέρει ότι την αγαπάει, δεν καταλαβαίνει ότι όλα αυτά έχουν ελάχιστη σχέση με την απόδοση όταν τα χρόνια περάσουν. Συνήθως ο ίδιος, η ομάδα, ο κόσμος εγκλωβίζονται σε ένα συναισθηματικό παιγνίδι, που, όμως, ενώ ανήκει κι αυτό στον κόσμο του αθλητισμού, δεν έχει σχέση με την ουσία του: πρέπει πάνω απο όλα να μπορείς να προσφέρεις – και πάντα πολλά.

 

Συχνά αυτές οι ιστορίες καταλήγουν και με καυγάδες. Η αποδοκιμασία βέβαια σε ένα αθλητή, που αποδεδειγμένα έχει προσφέρει, είναι ό,τι χειρότερο: μαρτυρά και μια έλλειψη σεβασμού. Αλλά τι διάβολο να κάνει ένας οπαδός όταν βλέπει ένα βετεράνο αθλητή να μην μπορεί να βοηθήσει πια; Να κάθεται φρόνιμος και να περιμένει πότε αυτός θα καταλάβει ότι ήρθε η ώρα του αντίο; Φοβάμαι πως ο αθλητής δεν θα το καταλάβει ποτέ! Θα θεωρεί τη σιωπή του κοινού ως ένα ακόμα δείγμα ότι μπορεί να συνεχίσει. Ενώ δεν μπορεί πια κι απλά φθείρει το μύθο του.

Θα μας λείψει

Δεν ξέρω μέσω ποιας διαδικασίας ο μεγάλος Ναβάρο οδηγήθηκε στην απόφαση να πει αντίο. Η Μπαρτσελόνα, πέρυσι, συμβολικά, για να δείξει το σεβασμό στον αρχηγό της του ζήτησε να υπογράψει στα 37 του ένα δεκαετές (!) συμβόλαιο. Αν φέτος μεθόδευσε την αποχώρησή του, νομίζω το έκανε σεβόμενη το μύθο του. Τον προστάτευσε από τις αποδοκιμασίες, ίσως και από την ματαιοδοξία του: μίκρυνε την τελευταία πράξη του φινάλε που είχε φανεί καιρό τώρα. Και μας βοηθά να τον θυμόμαστε, όχι για το πώς τελείωσε, αλλά για τα σπουδαία που έκανε. Θα μας λείψει.