Το διπλό μεγάλο ρίσκο

Το διπλό μεγάλο ρίσκο

Με το ξεκίνημα της νέας χρονιάς έγινε γνωστό ότι ο Ολυμπιακός ψάχνει προπονητή – το αν θα πάρει ένα καινούργιο προπονητή θα το δούμε προσεχώς: το βέβαιο είναι ότι ψάχνει. Δεν τρελάθηκαν οι Ισπανοί κι έγραψαν ξαφνικά ότι υπήρξαν επαφές με τον Οσκαρ Γκαρσία στη Βαρκελώνη – κανείς δεν ξυπνά στην Καταλονία ένα πρωί έχοντας ως προτεραιότητα να γράψει μια μπούρδα με θέμα τον Ολυμπιακό. Σίγουρα ραντεβού υπήρξε και η ΠΑΕ δεν το διέψευσε καν. Γιατί; Πρώτα πρώτα γιατί ο Τάκης Λεμονής, παρά την πρωτιά της ομάδας στη βαθμολογία, επιστρατεύθηκε ως προσωρινή λύση. Κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι θα γίνει λύση μόνιμη – δεν έχει άλλωστε υπογράψει ούτε καν ένα σχετικό συμβόλαιο. Αν κάποιος γνωρίζει κι αποδέχεται αυτή την προσωρινότητα είναι ο ίδιος. Κι αν αυτό συμβαίνει δεν είναι μόνο γιατί αγαπάει την ομάδα: είναι και γιατί δύσκολα θα δούλευε κάπου αλλού.

Οι τρεις ανάγκες

Την επιστροφή του Λεμονή την επέβαλαν τρεις ανάγκες. Η πρώτη ήταν η ανάγκη να βρεθεί κάποιος που να γνωρίζει και να μπορεί να διαχειριστεί την ομάδα μετά τον Χάσι: ο Λεμονής που στον Ολυμπιακό ήταν για λίγο και πέρυσι ήταν η καλύτερη δυνατή λύση γιατί δεν θα χανόταν χρόνος. Η δεύτερη ανάγκη ήταν να βρεθεί κάποιος που να κατανοεί ότι η ομάδα δεν έπρεπε να γνωρίσει συντριβές στον δύσκολο όμιλο του Τσάμπιονς λιγκ στον οποίο είχε βρεθεί. Ο τρόπος που ο Ολυμπιακός έχασε στην πρεμιέρα από την Σπόρτινγκ Λισσαβόνας τους τρόμαξε όλους, τόσο πολύ ώστε ο βασικός στόχος έγινε η αξιοπρεπής ήττα: ο Λεμονής αυτό μπορούσε να το καταλάβει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο νεοφερμένο ξένο προπονητή και στο γήπεδο το είδαμε. Η τρίτη ανάγκη που επέβαλε την επιστροφή του ήταν να υπάρξει χρόνος για να βρεθεί ο επόμενος: ο Λεμονής δεν θα απαιτούσε συμβόλαια, ο κόσμος τον αγαπάει και με τους δημοσιογράφους η σχέση είναι άριστη – αν τα αποτελέσματα ήταν καλά η ΠΑΕ θα έψαχνε τον επόμενο χωρίς πίεση, αν δεν ήταν, κανείς δεν θα τα έβαζε με τον υπηρεσιακό κόουτς. Τα αποτελέσματα από ένα σημείο κι έπειτα δεν ήταν άσχημα: ο Ολυμπιακός τελείωσε τον πρώτο γύρο με έξι νίκες στη σειρά. Όλα τα υπόλοιπα, όμως, δεν επιτρέπουν εφησυχασμούς.

  Ολοι κάνουν μούτρα

Υπήρξαν ψηφοφορίες στο διαδίκτυο στις οποίες ο Λεμονής ψηφίστηκε ως ο καλύτερος προπονητής του πρώτου γύρου – ο κόσμος του Ολυμπιακού τον αγαπάει και θέλησε έστω κι έτσι να του δείξει την στήριξή του. Δυστυχώς, όμως, ο κόσμος δεν προπονείται στο Ρέντη και δεν μπαίνει στα αποδυτήρια της ομάδας: αυτοί που προπονούνται και στα αποδυτήρια γκρινιάζουν, δηλαδή οι παίκτες της ομάδας, δεν μοιάζουν να αντιλαμβάνονται την όποια χαρισματικότητα του κόουτς. Στον πρώτο γύρο, παρόλο που χρησιμοποιήθηκαν αρκετά ως βασικοί, μούτρα έκαναν όλοι! Ο Μάριν, ο Τζούρτζεβιτς, ο Ανσαριφάρντ, ο Σεμπά, ο Πάρτνο, ο Οφόε μολονότι έχουν αγωνιστεί σε περισσότερα από δέκα ματς ο ένας τα είχαν με όλους και όλα – φανταστείτε οι υπόλοιποι που έπαιξαν και λιγότερο! Η διοίκηση και για να στηρίξει τον προπονητή επενέβη χειρουργικά κι έδιωξε τέσσερις – πέντε παίκτες, αλλά δεν μοιάζει να άλλαξε και τίποτα: ο Οφόε π.χ θέλει να φύγει κι ας ψάχνει ο κόουτς θέση στην ενδεκάδα να τον βολέψει. Προφανώς για το αν ο Ολυμπιακός έχει γεμίσει με παίκτες που απαιτούν θέση βασικού δεν φταίει ο Λεμονής – δεν τους διάλεξε καν αυτός. Αλλά το ζήτημα δεν είναι ποιος φταίει: η απορία που υπάρχει είναι τι θα έκαναν όλοι αυτοί αν είχαν απέναντί τους όχι ένα καλό στρατιώτη, αλλά ένα πιο σκληρό διοικητή. Κι αυτή η αναπάντητη απορία είναι που υποχρεώνει τον Ολυμπιακό στο να ψάχνει προπονητή και συγχρόνως να διστάζει να προσλάβει.

Τα δύσκολα δεδομένα

Τα δεδομένα δεν είναι απλά. Παρά την πρωτιά, η ομάδα εξακολουθεί να έχει άλυτα αγωνιστικά προβλήματα. Δέχεται πάντα και πανεύκολα ένα γκολ, πετάει σχεδόν πάντα το πρώτο ημίχρονο, η αγωνιστική ένταση των παιγνιδιών της είναι χαμηλή, οι λύσεις στην επίθεση έρχονται σχεδόν πάντα από τον πάγκο και κάθε ματς είναι ένα παιγνίδι με την φωτιά. Όλα αυτά είναι δύσκολο να περάσουν απαρατήρητα. Όπως φυσικά δεν περνά απαρατήρητη και η αγάπη μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου για τον προπονητή: χάρη σε αυτή την αγάπη επιστρέφει διαρκώς στον πάγκο κι όχι γιατί το βιογραφικό του δείχνει ότι έχει κάνει μακριά από τον Ολυμπιακό κάτι το εξαιρετικό. Και φυσικά δεν υποβαθμίζεται και η πρωτιά στη βαθμολογία: ήρθε με ιδρώτα και κόπο.

Η φωτογραφία της στιγμής

Δεν ξέρω τι θα κάνει τελικά ο Ολυμπιακός – το μόνο που εγώ μπορώ να κάνω είναι να παρουσιάζω τη φωτογραφία της στιγμής: αυτό κάνω πάντα. Η φωτογραφία της στιγμής λέει ότι το ρίσκο είναι διπλό και, όπως και να το δει κανείς, τεράστιο. Ενας νέος προπονητής, (και μάλιστα ένας σαν τον Οσκαρ Γκαρσία που αγαπά ένα ποδόσφαιρο πολύ επιθετικό, αυτό που ως παίκτης έμαθε στην Μπαρτσελόνα), θα χρειαστεί χρόνο και η προσαρμογή του μπορεί να πληρωθεί με βαθμολογικές απώλειες, που να στοιχίσουν το πρωτάθλημα. Από την άλλη η συνέχιση της παρουσίας του Λεμονή σημαίνει ότι οι παίκτες θα συνεχίσουν να βλέπουν στον πάγκο ένα καλό στρατιώτη με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η πιθανότητα η ομάδα να παίξει καλύτερο ποδόσφαιρο θα εξαρτάται πάντα από το κέφι τους και μόνο. Και οι Ελληνες παίκτες με τους οποίους ο Λεμονής παραδοσιακά τα πάει καλά είναι αυτή τη φορά λίγοι, ώστε να στηριχθεί πάνω τους. Νικοπολίδης, Αμανατίδης, Πάντος, Γεωργάτος, Ανατολάκης, Αντζας, Μαυρογεννίδης, Κωστούλας, Γιαννακόπουλος, Τζόλε, Αλεξανδρής, δεν υπάρχουν. Από Τζιοβάνιδες και Ζε Ελίες, στα μυαλά και μόνο, είναι γεμάτα τα αποδυτήρια.  

Το βάρος της απόφασης

Είναι δύσκολη η λύση για αυτό προφανώς είναι δύσκολη και η απόφαση – πόσο μάλλον όταν μπροστά υπάρχει ένα κρίσιμο ματς στην Λάρισα. Αλλά ποιος είπε ότι η διοίκηση μιας ποδοσφαιρικής ομάδας είναι εύκολη δουλειά; Ο Μαρινάκης σίγουρα καταλαβαίνει πως «στηρίζω τον Λεμονή» σημαίνει ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων η ομάδα θα συνεχίσει να παίζει το ποδόσφαιρο που παίζει τώρα – όποιες κι αν είναι οι προσθήκες που θα γίνουν τον Ιανουάριο. Γνωρίζει, όμως, ότι και η αντικατάστασή του προπονητή, τον καθιστά, ως πρόεδρο, σχεδόν αποκλειστικά υπεύθυνο για ότι θα ακολουθήσει – το βάρος της απόφασης είναι μεγάλο, ακόμα και για τον ίδιο. Αλλά αυτός αποφασίζει: οι αποφάσεις στις σοβαρές ΠΑΕ δεν βγαίνουν μετά από δημοψηφίσματα. Κι έχουν και κόστος.

Φυσικά θα σας πω και τη δική μου θέση. Εγώ ποτέ δεν θα προσλάμβανα σε μια ομάδα κάποιον προπονητή γιατί είναι καλός οπαδός, καλός στρατιώτης, κύριος ή αγαπητός στην εξέδρα: όλα αυτά είναι για μένα δευτερεύοντα. Το βασικό κριτήριο το δικό μου είναι πάντα αγωνιστικό: θα προσλάμβανα κάποιον γιατί το ποδόσφαιρο που οι ομάδες του παίζουν μου αρέσει, γιατί έχει διοικητικές ικανότητες, γιατί μπορεί να διαχειριστεί τα χρήματα μου προσεχτικά, γιατί κάτι ενδιαφέρον μπορεί να δημιουργήσει. Αλλά ευτυχώς για τον Ολυμπιακό δεν τον διοικώ εγώ: δεν θα μπορούσα με τίποτα να έχω κερδίσει όλα αυτά τα πρωταθλήματα με τα μυαλά που κουβαλάω…