Το μυστικό του πυροσβέστη

Το μυστικό του πυροσβέστη


Το πυροσβεστικό σώμα έχει και φέτος τον ήρωα του – όπως σχεδόν κάθε χρόνο. Φέτος έφυγε από τη ζωή ο δόκιμος ανθυποπυραγός Αριστείδης Μουζακίτης, «ένας νέος άνθρωπος που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του στην κοινωνική προσφορά και στην αγάπη προς τον συνάνθρωπο», όπως είπε ο αρχηγός του πυροσβεστικού σώματος Βασίλης Καπέλιος. Κάθε χρόνο η οικογένεια του πυροσβεστικού σώματος θρηνεί ένα παλικάρι, που χάνεται τη στιγμή του καθήκοντος. Και που θα πρέπει να μεγαλώνει το θαυμασμό της χώρας για όλα αυτά τα σπάνια παλικάρια, που ρισκάρουν τη ζωή τους μετατρέποντας σε επάγγελμα την μοναδική θέλησή τους για κοινωνική προσφορά.

Πως αποφασίζεις να γίνεις πυροσβέστης;

Ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής είναι πως αποφασίζει κανείς να γίνει πυροσβέστης – πως διαλέγει δηλαδή κάποιος να κάνει μια κακοπληρωμένη δουλειά, μέρος της οποίας είναι το φλερτ με το θάνατο. Υπάρχουν κι άλλες δουλειές, στις οποίες ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Υπάρχουν ναυτικοί που πρέπει να τα βάλουν με τα κύματα. Υπάρχουν γιατροί και ερευνητές που ψάχνουν φάρμακα για μολυσματικές ασθένειες, γνωρίζοντας την πιθανότητα να μολυνθούν και οι ίδιοι. Υπάρχουν πιλότοι ελικοπτέρων ή και αεροπλάνων, που γνωρίζουν πως ένα πιθανό λάθος τους μπορεί να το πληρώσουν με τη ζωή τους. Υπάρχουν τρελοί οδηγοί αγώνων, που πατάνε το γκάζι, γνωρίζοντας πόσο εύκολο είναι να φύγουν από το δρόμο. Υπάρχουν αλεξιπτωτιστές που ρισκάρουν ακόμα και παίρνοντας μέρος σε απλές ασκήσεις, υπάρχουν και ψαράδες, στους οποίους μπορεί να συμβούν πολλά. Όμως, κανενός από όλους αυτούς η δουλειά δεν συγκρίνεται με τη δουλειά του πυροσβέστη. Οι πιο πολλοί που ανέφερα βγάζουν χρήματα γιατί μπορεί να βρεθούν ν αντιμετωπίσουν, σε κάποιες περιπτώσεις, κινδύνους: ο κίνδυνος δεν είναι μέρος της δουλειάς – είναι μια καταραμένη πιθανότητα.  Στην περίπτωση του πυροσβέστη δεν μιλάμε για πιθανότητες, αλλά για βεβαιότητα: η δουλειά του είναι ο κίνδυνος. Οι πιο πολλοί από αυτούς που πληρώνονται για να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή τους, (οδηγοί, στρατιωτικοί, ερευνητές κτλ) βάζουν σε δοκιμασία τον εαυτό τους, χωρίς εκείνη τη στιγμή να προσπαθούν να αποτρέψουν μια τραγωδία – κάποιοι τεστάρουν τις αντοχές και τα όριά τους. Οι ερευνητές προστατεύονται λίγο και από την ίδια τους την επιστημονική γνώση, οι ναυτικοί δεν είναι κανόνας πως θα βρεθούν σε θύελλες: οι πυροσβέστες γνωρίζουν πως όταν θα κλιθούν να κάνουν την δουλειά τους, θα κινηθούν στις περισσότερες των περιπτώσεων μέσα ένα σκηνικό στιγμή τρόμου. Γνωρίζουν επίσης πως την ώρα της δουλειάς θα πρέπει να μείνουν συγκεντρωμένοι και σε εγρήγορση, όχι μόνο για να τα καταφέρουν να γλυτώσουν και οι ίδιοι, αλλά και γιατί πρέπει να τα κάνουν όλα σωστά, αφού από τη δική τους δυνατότητα προσφοράς θα κριθεί η αποστολή – μια αποστολή σωτηρίας σε κάθε περίπτωση.

Είναι άραγε αυτό που οδηγεί κάποιον στο να γίνει πυροσβέστης; Είναι αυτή η ιερή, και σε μας τους κοινούς ανθρώπους ακατανόητη, θέληση για προσφορά αυτό που τους σπρώχνει στο να κάνουν αυτή τη δουλειά; Ειλικρινά δεν το ξέρω. Ούτε και μπορώ να φανταστώ το μεγαλείο αυτής της ιερής στιγμής, που κάποιος παίρνει την απόφαση να προσφέρει τη ζωή του για την κάλυψη μιας κοινωνικής ανάγκης. Δεν μιλάμε για δουλειά, μιλάμε για πράξη αυταπάρνησης.

Εχω γνωρίσει έναν μόνο

Στη ζωή μου έχω γνωρίσει μόνο έναν πυροσβέστη – συνταξιούχο μάλιστα. Ημουν μικρός για να τον ρωτήσω γιατί διάλεξε αυτή τη δουλειά. Ηταν καλός οικογενειάρχης, δεν μιλούσε πολύ και δεν μιλούσε ποτέ για τη δουλειά: είχε μόνο τη βεβαιότητα πως οι πιο γενναίοι άνθρωποι που υπάρχουν είναι αυτοί που κάνουν τη δουλεία του. Μιλούσε μόνο κολακευτικά για τους συναδέρφους του, ήταν περήφανος για τους επικεφαλής του, έκανε αναφορές σε φωτιές μόνο για να μιλήσει εισαγωγικά, συνήθως, για τα καλοκαίρια του. Οι εισαγωγές του, είχαν πάντα μια αναφορά σε φωτιές («Το καλοκαίρι του 83΄, όταν κάηκε η Θάσος…»), αλλά ποτέ η συνέχεια της αφήγησης δεν αφορούσε τη φωτιά – η φωτιά ήταν απλά ο εχθρός με τον οποίο αναμετρήθηκε. Κάπως έτσι είναι πιστεύω όλοι οι πυροσβέστες. Προσηλωμένοι σε ένα γιγάντιο καθήκον, είναι πάντα αποφασισμένοι να παλέψουν με θεομηνίες, όχι για να έχουν να διηγηθούν ιστορίες, αλλά γιατί κάποια στιγμή ένοιωσαν ένα μεγάλο συνειδησιακό πρόσταγμα. Είναι σίγουρα άνθρωποι πρώτα από όλα δεμένοι μεταξύ τους, έτοιμοι να συνεργαστούν για να φέρουν σε πέρας αποστολές, που δεν είναι για τον καθένα. Είναι άνθρωποι που άκουσαν βαθιά μέσα τους ένα θείο κάλεσμα, τη φωνή του καθήκοντος, τη χροιά της οποίας γνωρίζουν μόνο αυτοί. Ισως για αυτό δεν μιλάνε οι πυροσβέστες, ούτε για τα κατορθώματα τους, ούτε για το γιατί διάλεξαν να γίνουν οι δικοί μας μάρτυρες: η επιλογή τους έχει να κάνει με τον βαθύ εαυτό τους, τις αντοχές και τα όρια του οποίου γνωρίζουν μόνο οι ίδιοι - εμείς δεν θα καταφέρουμε ποτέ να τα δούμε.

Η ηρωϊκή πράξη

Ο καθένας μας σε μια στιγμή της ζωής του, αν το λέει η καρδιά του και το επιβάλει η κατάσταση, μπορεί να γίνει ήρωας. Όμως στην περίπτωση του πυροσβέστη ηρωική πράξη δεν είναι η αντιμετώπιση της φωτιάς, αλλά η ίδια η αρχική επιλογή της δουλειάς του: ο Αριστείδης Μουζακίτης δεν έγινε ήρωας, γιατί πλήρωσε με τη ζωή του την αποστολή του - ήταν ήρωας όσο ζούσε, απλά ήμασταν όλοι αρκετά απασχολημένοι με τα μικρά δικά μας για να το καταλάβουμε και ήρθε η θυσία του για να μας το θυμίσει. Η θυσία του είπα; Λάθος μου. Επρεπε να πω η αποστολή του, που για τον ίδιο ήταν ό,τι πιο σημαντικό, είμαι βέβαιος.

Όταν πεθαίνει ένας πυροσβέστης μαθαίνουμε το πώς και το γιατί με την κάθε λεπτομέρεια. Συγκινούμαστε, συμπονούμε την οικογένεια του όπως κάνουν οι Υπουργοί και οι πολιτικοί αρχηγοί – στη θέση τους θα λέγαμε κι εμείς τα ίδια λόγια. Όμως πιο συγκινητική ίσως και από τη θυσία του πυροσβέστη, είναι η ζωή του η ίδια, έτσι όπως περιστρέφεται γύρω από το ανεξήγητο μυστικό της επιλογής του. Ισως είναι καλύτερα τελικά να μην μάθουμε ποτέ πως διαλέγει κάποιος να γίνει πυροσβέστης: δεν είμαστε ικανοί να μοιραστούμε με κανένα από αυτούς τους γίγαντες το μεγαλείο της ψυχής τους. Οσοι γνώρισαν τον Αριστείδη Μουζακίτη, όσοι τον έζησαν, όσοι τον αγάπησαν είναι άνθρωποι τυχεροί. Είχαν δίπλα τους ένα ξεχωριστό, σπάνιο, μοναδικό άνθρωπο που ήταν αληθινά έτοιμος να πεθάνει για αυτούς και για μας. Κι έφυγε έχοντας τα χρόνια του Χριστού – ίσως και τη δική του ανάγκη να σώσει τον κόσμο…