Το νέο μεγάλο μας όραμα...

Το νέο μεγάλο μας όραμα...

Το δεύτερο παιγνίδι της Μπάγερν Μονάχου με την ΑΕΚ το βρήκα καλύτερο από το πρώτο. Τελείωσε με το ίδιο σκορ αλλά μου φάνηκε πως η ΑΕΚ έκανε πιο σωστά αυτό που ήθελε: η πρόθεσή της ήταν να μην αφήσει τους Γερμανούς να μετατρέψουν το παιγνίδι σε σόου και τα κατάφερε. Από την άλλη δεν ήταν και απειλητική: το ματς ήταν «το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» κι ας με συγχωρήσουν οι φανατικοί του  Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκες για τη χρήση του τίτλου του ωραίου βιβλίου του για τη φωτογραφία ενός ποδοσφαιρικού ματς. Επειδή τέτοια ματς (χαμένα από χέρι…) είναι χρήσιμα μόνο όταν δημιουργούν τουλάχιστον μια ποδοσφαιρική συζήτηση επιτρέπεται νομίζω λίγος προβληματισμός για το αν μια τέτοια αγωνιστική συμπεριφορά, που επί της ουσίας αποκλείει κάθε πιθανότητα να κάνει μια ομάδα αποτέλεσμα, είναι χρήσιμη και γιατί.

Έλληνας δεν θα το έδινε

Στην Ελλάδα οι ομάδες παίζουν συχνά για να χάσουν, αρκεί να έχουν το δικαίωμα να φωνάζουν: σε πολλές περιπτώσεις αυτό είναι πιο χρήσιμο από μια ισοπαλία π.χ που κάποιος έχει πάρει κρεμασμένος στα δοκάρια. Στην Ευρώπη αυτό δεν ισχύει: ακόμα κι αν βρεις μια ή δυο φάσεις για να φωνάζεις, το πράγμα δεν προσφέρεται ούτε καν για εσωτερική κατανάλωση.

 

Πάρτε ως παράδειγμα το ματς της ΑΕΚ χθες: το πέναλτι που κερδίζει ο Λεβαντόφσκι από τον Τσόσιτς στην Ελλάδα θα σήκωνε συζητήσεις, χθες διάθεση για συζήτηση δεν είχε κανένας. Ακόμα και όσοι το χαρακτήρισαν «αυστηρό» γνωρίζουν ότι ο διαιτητής δεν έδωσε κάτι ανύπαρκτο: το αν αυτό στην Ελλάδα δεν το χουν δώσει εναντίον της ΑΕΚ ο Μάνταλος ή ο Παπαπέτρου δεν απασχολεί στην Ευρώπη κανένα – οι αποφάσεις των δικών μας είναι πρόβλημα και για αυτό άλλωστε φέρανε και ξένους διαιτητές στο πρωτάθλημα. Στα ευρωπαϊκά ματς δεν έχει καμία σημασία το αν χάνεις και εξαιτίας μιας απόφασης ενός διαιτητή: οι εντυπώσεις που αφήνει το παιγνίδι σου μετράνε πιο πολύ. Χθες π.χ στο ματς της Σίτυ με την Σαχτάρ δόθηκε ένα γελοίο πέναλτι – το πιο αστείο της χρονιάς. Αλλά το ματς έληξε 6-0 και οι Ουκρανοί δεν νομίζω ότι έριξαν στον διαιτητή Κασάι την ευθύνη του διασυρμού τους.

Τι λέγανε οι Γερμανοί

Τα ματς στα οποία μια ομάδα έχει απόλυτα παθητική συμπεριφορά, (αυτά στα οποία μένει διαρκώς στην άμυνα για να μην δεχτεί πολλά γκολ και δεν κάνει επιθετικά σχεδόν τίποτα), στο εξωτερικό τα ξεχνάνε με το που τελειώσουν. Μετά τη νίκη της Μπάγερν στο ΟΑΚΑ είχα κοιτάξει από περιέργεια να δω τι έγραψαν οι γερμανικές εφημερίδες.

Δεν είδα πουθενά καμία να γράφει ότι «η Μπάγερν κέρδισε χάρη σε ένα μαγικό δίλεπτο», ούτε καμία να ισχυρίζεται ότι «η ΑΕΚ κοίταξε τη Μπάγερν στα μάτια για εξήντα λεπτά» όπως λέγαμε εμείς. Επίσης δεν διέκρινα καμία απολύτως διάθεση για συγχαρητήρια στην Μπάγερν, γιατί απλά έκανε τη δουλειά της. Στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Spiegel το κομμάτι για το ματς ΑΕΚ-Μπάγερν έχει τίτλο «Οι θεοί πρέπει να ήταν κουρασμένοι». Ο συντάκτης είχε επισημάνει ότι «η διαφορά επιπέδου των δυο ομάδων ήταν σαφής» και ότι «η δουλειά του τερματοφύλακα του Εμμάνουελ Νόιερ ήταν περιορισμένη, αφού η ΑΕΚ είχε μόνο ένα σουτ στην εστία». Στη Die Welt έγραφαν ότι «τα προβλήματα των Βαυαρών παραμένουν» και ότι «η νίκη εναντίον της ΑΕΚ δεν έδωσε κανένα σήμα ελπίδας, αν και η Μπάγερν κυριάρχησε στο παιχνίδι». Η Bild ήταν η πιο σκληρή. Εγραψε για την εμφάνιση των Βαυαρών ότι ήταν «η χειρότερη στο Τσάμπιονς λιγκ», ότι «η Μπάγερν κέρδισε γιατί δεν είχε αντίπαλο» και ζητούσε τις παραιτήσεις του Χένες και του Ρουμενίγκε, που είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία αυτής της ομάδας! Όλα αυτά ενώ στην Ελλάδα διαβάσαμε για μεγάλη εμφάνιση της ΑΕΚ και άλλα πολλά εμπριμέ. Ωστόσο το ζήτημα σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι οι προσδοκίες: οι Γερμανοί προσδοκούν να κερδίσουν το Τσάμπιονς λιγκ, η ΑΕΚ όχι.

Αμυνα με αμυντικούς

Χθες ο Μαρίνος Ουζουνίδης έκανε κάτι κατά τη γνώμη μου σωστό: αφού άμυνα ήθελε να παίξει, γέμισε την ΑΕΚ με αμυντικούς. Παρουσίασε μια ΑΕΚ με τρία στόπερ και τρεις κόφτες, με μια διάταξη 5-4-1, ταμπουρωμένη στα μετόπισθεν.  Δίπλα στους Λαμπρόπουλο Τσιγκρίνσκι βρέθηκε ο Τσόσιτς και κοντά στους Σιμόες Γαλανόπουλο ο Αλεφ, ενώ έπαιξε στην επίθεση ο Μάνταλος πίσω από τον Πόνσε: όλοι έδωσαν ό,τι είχαν στην άμυνα – στην επίθεση η μπάλα έφτανε δύσκολα.

   

Η ΑΕΚ συνέχισε να παίζει άμυνα και μετά το σε βάρος της 1-0 και μετά το 2-0 – ανοίχτηκε ελάχιστα. Κάποιος τρίτος κι άσχετος με τα ελληνικά πράγματα δεν θα καταλάβαινε τίποτα βλέποντας αυτή τη συμπεριφορά της, αλλά εγώ την καταλαβαίνω και λέω καλά έκανε. Διότι εδώ και κάμποσο καιρό οι πιο πολλές ελληνικές ομάδες παίζουν στις ευρωπαϊκές  διοργανώσεις με το μυαλό στις εγχώριες. Προτιμούν να χάνουν με μικρά σκορ χωρίς να παίζουν, παρά να προσπαθούν κάτι να πάρουν παίρνοντας ρίσκα. Κι αυτό είναι πισωγύρισμα μεν, πλην όμως έχει την εξήγησή του: οι ομάδες μας δεν αντέχουν πλέον τον θόρυβο που προκαλεί μια βαριά ήττα. Κι επειδή δεν τον αντέχουν θα παίζουν ολοένα πιο παθητικά, ολοένα και χειρότερα. Τουλάχιστον κόντρα σε σοβαρούς αντιπάλους. Κάποια στιγμή θα τους δούμε όλους μαζί να τραγουδάνε και το «Λυπήσου με» του Γιάννη Πάριου.

Ενα βαθμό τουλάχιστον

Ποτέ δεν έπαιζαν σπουδαίο ποδόσφαιρο οι ελληνικές ομάδες ειδικά εκτός έδρας. Αλλά κάτι προσπαθούσαν. Η ΑΕΚ π.χ είχε πάει κάποτε στο Μπερναμπέου κι είχε πάρει μια ισοπαλία γυρίζοντας το σε βάρος της σκορ. Αλλά ήταν άλλες εποχές: δεν υπήρχαν τα social media, δεν έπεφτε το απίστευτο κράξιμο όταν έχανες ένα ματς 3-0 ή 4-1, δεν φοβόντουσαν όλοι τόσο πολλοί την ήττα. Τώρα οι ομάδες έχουν προσαρμοστεί στο νέο κόσμο: χαίρονται να χάνουν αξιοπρεπώς γιατί γνωρίζουν ότι μια ήττα, ακόμα και με κατεβασμένα τα χέρια, αν είναι μικρή μπορεί να αποσπάσει μέχρι και μπράβο. Κι ας μην έχεις κάνει καλά καλά ούτε ένα σουτ στην εστία, κάποιος θα σου πει συγχαρητήρια.

Το ακούω όλο και περισσότερο τελευταία όταν οι ομάδες μας παίζουν στο εξωτερικό: «να προσέξουμε», λένε αυτοί που ξέρουν, «να μην πάθουμε καμία ζημιά». Η αποφυγή της ζημιάς είναι το νέο μεγάλο ποδοσφαιρικό μας όραμα. Και ο ένας βαθμός στο Τσάμπιονς λιγκ, που στην ΑΕΚ ακόμα λείπει…