Το υλικό των ονείρων

Το υλικό των ονείρων

Όταν γύρισα σπίτι μετά το τέλος της προβολής του Blade Runner 2049, άνοιξα το λεξικό για να δω πόσα συνώνυμα έχει το ρήμα «δημιουργώ»: μέτρησα συνολικά 37 λέξεις και φράσεις κι όμως καμία δεν ήταν αρκετή για να περιγράψει αυτό που έχουν κάνει ο χαρισματικός Ντένις Βιλνέβ και το επιτελείο των καταπληκτικών συνεργατών του. Ολοι οι σκηνοθέτες είναι δημιουργοί: δίνουν ζωή σε σενάρια, χτίζουν εικόνες, αφηγούνται ιστορίες. Λίγοι, όμως, έχουν την τύχη να πλάσουν από την αρχή, σαν Θεοί, τον κόσμο των ονείρων τους.

Μια συλλογική δουλειά

Το πρώτο Blade Runner, αυτό του 1982, είναι μια ταινία που προέκυψε σχεδόν ακατανόητα – θέλω να πω ότι τίποτα δεν προλέγει τον ερχομό της. Ο καλός Ρίντλεϊ Σκοτ είναι ένας ικανότατος filmmaker, με μεγάλες επιτυχίες, όχι όμως ένας διανοούμενος, που χρησιμοποιεί τον σινεμά για να γράψει πολυεπίπεδα δοκίμια: καμία από τις προηγούμενες και τις επόμενες ταινίες του δεν συγκρίνεται με αυτό το δημιούργημα. Πάντα πίστευα ότι το Blade Runner είναι μια από τις σπάνιες ταινίες, που έχουν περισσότερους από ένα δημιουργούς: είναι το αποτέλεσμα μιας μοναδικής ομάδας, που δημιουργήθηκε από μια συνομωσία της μοίρας. Οι συντελεστές εκείνης της ταινίας άγγιξαν το άριστα της καριέρας τους: αν ένας έλειπε η ταινία θα πέθαινε, πριν γεννηθεί. Ο σεναριογράφος Χάμπντον Φάντσερ έκανε μαεστρική μικροχειρουργική στο «Ηλεκτρικό Πρόβατο» του Φίλιπ Ντικ δανειζόμενος ιδέες και χαρακτήρες, ο διευθυντής φωτογραφίας Τζόρνταν Κρόνενγουελθ έστησε ένα ρετροφουτουριστικό Λος Αντζελες στο σύνορα της φαντασίας,  ο δικός μας Βαγγέλης Παπαθανασίου έντυσε με μια σπάνια μουσική ένα νουάρ επιστημονικής φαντασίας, που μεγάλωνε μέσα σου αμέσως μόλις έπεφταν οι τίτλοι του τέλους.

   

Η αποτυχία της ταινίας στο Box office, οι καυγάδες του Σκοτ με την Warner, οι εκδοχές της ταινίας που κυκλοφόρησαν αργότερα, όταν και ο σκηνοθέτης και οι παραγωγοί κατάλαβαν την καλλιτεχνική της αξία, μεγάλωσαν τον μύθο της. Όμως η μαγεία εξ αρχής υπήρχε: την έβλεπες στους παρακμιακούς δρόμους του πάντα νυχτερινού L.A, στο αποσβολωμένο βλέμμα του Χάρισον Φόρντ που σε έβαζε σε υποψίες για το αν είναι άνθρωπος ή ρέπλικα, στην παγωμένη ερμηνεία του Ρούτγκερ Χάουερ και της Τζόαν Τσεν, στα ίδια τα κάδρα της ταινίας, που ήταν απαράμιλλα. Αν ο Σκοτ γυρνούσε σε αυτή για χρόνια, κόβοντας και ράβοντας σκηνές και φινάλε, πιστεύω πως συνέβη γιατί το τελικό αποτέλεσμα αιφνιδίασε ακόμα και τον ίδιο: ο Σκοτ έψαξε τον περφεξιονισμό, που θα τον βοηθούσε να πιστωθεί προσωπικά αυτό το συλλογικό αριστούργημα, για να πειστεί πως είναι δικό του. Ηταν τελικά όλων. Για αυτό άλλωστε ποτέ του δεν τόλμησε να μας δώσει κάποια συνέχεια παρόλο που σχέδια και χρήματα είχε: κατάλαβε ότι το δημιούργημα του τον ξεπέρασε – δεν ήταν η άριστη εκτέλεση μιας προσωπικής συνταγής, αλλά το εξαιρετικό αποτέλεσμα μιας σπάνιας ομάδας.

Πηγή έμπνευσης για πολλούς

Γράφτηκαν βιβλία με τη συνέχεια της ιστορίας, προέκυψαν κόμικς, η ταινία έγινε πηγή έμπνευσης για πολλούς. Πολύ πριν γυριστεί το Blade Runner 2049 υπήρχαν σχέδια για να υπάρξει ένα είδος συνέχειας της πρώτης ταινίας  – μερικά είχαν πρωταγωνιστή και τον Κρίστοφερ Νόλαν. Οσο ο χρόνος περνούσε, η αρχική ταινία δημιουργούσε ένα διαρκώς μεγαλύτερο κοινό χάρη στην απίστευτη αντοχή της. Με τον καιρό το Blade Runner έγινε ένα κινηματογραφικού σύμβουλο πίστης: για πολλούς η καλύτερη ταινία όλων των εποχών, μια δημιουργία γεμάτη μυστικά,  ανατριχιαστικά ανολοκλήρωτη, με αναπάντητες ερωτήσεις για τη ζωή και το θάνατο, το χρόνο, τη φύση του ανθρώπου, την αλήθεια. Την ίδια στιγμή η μοναδική αισθητική της ταινίας τρόμαζε, όποιον έπρεπε να αναμετρηθεί μαζί της: ο πήχης ήταν σε όλα τα επίπεδα πολύ ψηλά. Νομίζω πως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πως δεν υπήρχε συνταγή: το Blade Runner είναι σαν τους πίνακες του Ιερώνυμου Μπος – όσο πιο πολλές φορές το βλέπεις, τόσο πνίγεσαι ή ενθουσιάζεσαι από τις εικαστικές και σεναριακές του λεπτομέρειες. Πώς να αναμετρηθείς μαζί του; Το αριστούργημα είναι από την φύση του μοναδικό: κάθε του αντίγραφο θα ήταν φτηνό κι επιτηδευμένο.

   

Όταν άκουσα ότι ο Βιλνέβ αποφάσισε να σκηνοθετήσει την συνέχεια του απόρησα με το κουράγιο του: είναι σαν κάποιος να επιχειρήσει να ξαναζωγραφίσει την Γκουέρνικα ή να ξαναγράψει τις Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι. Ακόμα κι αν βρει χρώματα και νότες, το αυθεντικό μπορεί να τον κατασπαράξει. Εκτός κι αν το χρησιμοποιήσει ως βάση της έμπνευσής του – αν το κάνει στήριγμά του. Κι αυτό ακριβώς έκανε ο Βιλνέβ.

Στρατολόγησε τους καλύτερους

Αν ο Ρίντλεϊ Σκοτ βρέθηκε στις αρχές του ‘80 με μια καταπληκτική ομάδα συνεργατών χωρίς καλά καλά να καταλάβει πως, ο Βιλνέβ έκανε μια αληθινή στρατολόγηση ψάχνοντας τους καλύτερους για μια αποστολή ζωής. Ο γερόλυκος Φάντσερ επιμελήθηκε πάλι το σενάριο. Ο Ρότζερ Ντίκινς, με μια καριέρα τεράστια δίπλα στους αδερφούς Κοέν και όχι μόνο, ανέλαβε την κινηματογράφιση και την φωτογραφία. Ο μεγάλος Χανς Ζίμμερ πήρε την μπακέτα του Βαγγέλη Παπαθανασίου για να γράψει το δικό του μεταφουτουριστικό κόντσέρτο. Ο Βιλνέβ διεύθυνε ένα μικρό στρατό υπευθύνων για τα σπέσιαλ εφέ (πάνω από τριανταπέντε άνθρωποι συνεργάστηκαν), ενώ για τα οπτικά εφέ οι αντίστοιχοι ειδικοί είναι πάνω από εκατό! Ο σκηνοθέτης κράτησε για τον ίδιο τον ρόλο του δημιουργού, συνθέτοντας: το αποτέλεσμα είναι μια ροκ όπερα με μια ισοπεδωτικά γοητευτική αισθητική. Ο Βιλνέβ σου προσφέρει μια αληθινή ηδονοβλεπτική εμπειρία, που σχεδόν δεν σ αφήνει να παρακολουθήσεις την ιστορία και την εξέλιξή της: οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη – το σενάριο απλά τις υπηρετεί, θα μπορούσε να υπάρχει μόνο εικόνα και μουσική. Αν αναρωτιέσαι τι είναι το σινεμά, μετά από αυτό το ταξίδι το ξέρεις: όλα είναι φωτισμένα σωστά, ακόμα και οι σκιές.

 

Η πανδαισία των εικόνων βοηθά την ταινία να αποφύγει την μοιραία σύγκριση με την αρχική ταινία, στην οποία ο Βιλνέβ δίνει μυθικές διαστάσεις: το δικό του Blade Runner είναι παιδί του προηγούμενου, ένα παιδί χαρισματικό, αλλά και κομμάτι καταπιεσμένο από τον γονιό του. Αν υπάρχει ένα ψεγάδι στην ταινία είναι αυτός ο σεβασμός στο αρχέτυπο φιλμ, σεβαστός, αλλά και υπερβολικός ταυτόχρονα: η ταινία προσπαθεί να γεμίσει τα κενά που άφησε η πρώτη – πιέζεται πολύ από το ανολοκλήρωτο χθες. Αυτή η ανάγκη να δεθεί η τωρινή ταινία με την προηγούμενη την κρατά καρφωμένη στη γη, ενώ θα μπορούσε να απογειωθεί: είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει καλύτερη από την αρχική – το λέω και ζητώ από το Θεό του σινεμά να με συγχωρέσει.

Το εικονικό είναι περισσότερο πραγματικό

Ο Βιλνέβ κάνει εξαιρετικά το κομμάτι του και οι ηθοποιοί, αν και νοιώθεις ότι μέσα σε αυτή την πολυχρωμία των κάδρων είναι λίγο μόνοι, κάνουν κι αυτοί ό,τι μπορούν: η γνωστή αμηχανία του Ράιαν Γκόσλινγκ αυτή τη φορά είναι η δύναμή του. Η ταινία εμπεριέχει κι αυτή τα δικά της φιλοσοφικά ερωτήματα – αν δεν τα είχε δεν θα ήταν ένα κανονικό Blade Runner. Μιλά για τη μοίρα, το αναπόφευκτο, την ψεύτικη ελπίδα, την ηδονή του φαντασιακού έρωτα, την πατρότητα. Αυτή τη φορά το εικονικό είναι περισσότερο από το πραγματικό – οι ρέπλικες περισσότερες από τους ανθρώπους: καλά καλά δεν ξέρεις αν άνθρωποι υπάρχουν σε αυτό το χωρίς έλεος μέλλον.

Το Blade Runner 2049 είναι ένα ταξίδι που ξεκινά από το Blade Runner του 1982 και καταλήγει σε αυτό, αλλά όσα περνάς στη διάρκεια του μετουσιώνονται μέσα σου, γίνονται δυνατή ανάμνηση. Η ταινία λέει ότι οι δυνατές αναμνήσεις είναι γεμάτες λάθη – η ανάμνηση δεν είναι ανάπλαση και μπορεί να είναι και φυτευτή, κατασκευασμένη, ψεύτικη. Μπορεί να είναι κι έτσι, αλλά η θεαματική ανάμνηση αυτού του αυτοαναφορικού Blade Runner, που είναι φτιαγμένο από το υλικό των ονείρων, θα μας στοιχειώσει πιστεύω όλους για πάντα…